Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

"Το χρυσό ψαλίδι" του Τάσσου Σώντερς


Βρέχει, βρέχει πολύ τρεις μέρες τώρα, όμως τα πρωινά είναι πάντα διαφορετικά, οι αισθήσεις πλημμυρίζουν από τις μεθυστικές μυρωδιές που αναβλύζουν καθώς αναρίθμητες σταγόνες νερού φτάνουν από τον ουρανό και με τρομερή ταχύτητα χτυπούν τη γη. Αυτή η βία με την οποία γίνεται η ένωση της μάνας (γη) με το γλυκό σπέρμα του πατέρα (ουρανός) προκαλεί μια εξίσου ανελέητη βίαιη γέννηση, "καφείον" την αποκαλεί ο Ησίοδος. Λέξη με την οποία βάφτισαν παγκοσμίως το μαγικό ρόφημα που μας ξυπνάει από τον λήθαργο της νύχτας, μεταφέροντας μας βίαια και απότομα από την αγκαλιά του Μορφέα στη στη σκληρή πραγματικότητα της καθημερινότητας.

Η Μαρία ξέρει καλά πως αν δεν πιει καφέ δεν μπορεί να κάνει τη δουλειά της σωστά. Μια δουλειά η οποία απαιτεί επαγρύπνηση και αυτοσυγκέντρωση, έχει ένα μικρό κομμωτήριο στην απέναντι όχθη. Μπορεί ουσιαστικά μας χωρίζει ένα ποτάμι, αυτό της Πανδώρου, αλλά οι ψυχές δεν κομπάζουν, οι καρδιές υπάρχουν για να χτυπούν. Την παρακολουθώ από νωρίς, η πρωινή πάχνη μπορεί να με εμποδίζει από το να δω καθαρά τα μάτια της αλλά το γέλιο της, αχ το γέλιο της, κάνει τη μουντή αυτή μέρα να μοιάζει με ανοιξιάτικο πρωινό. Χριστέ, είναι σαν να είμαι εκεί, σαν το ποτάμι να μην υπάρχει πια, την μυρίζω, επιτέλους την μυρίζω, φιλώ τον λαιμό της και μπλέκω τα δάχτυλα μου στα κατάξανθα μαλλιά της. Ως κομμώτρια τα μαλλιά της τα περιποιείται πάντα μοναχή της, σαν μύθος ακούγεται χρόνια και είναι κοινό μυστικό πως η Μαρία δεν έχει αφήσει ποτέ κανέναν να φτιάξει τα μαλλιά της. Παλιότερα ο κόσμος έλεγε πως φέρνει κάθε τέρμινο δυόσμο και κάρδαμο από τη Συρία. Ο δυόσμος μαλακώνει τη τρίχα ώστε να μην σπάει κατά το πολύωρο καθημερινό βούρτσισμα. Το κάρδαμο της Συρίας είναι το πλέον ακριβό κάρδαμο και η ποιότητα του είναι ασύγκριτη, Η Μαρία το ξέρει αυτό πολύ καλά και το χρησιμοποιεί στο μαγείρεμα, γιατί πιστεύει πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να την ικανοποιήσει ο άντρας της, κάτι που δεν έχει καταφέρει να κάνει ποτέ, λένε. Αχ Μαρία, βιάστηκες. Η γέφυρα όμως μία μέρα θα γίνει, 12 χρόνια πασχίζουν να την ολοκληρώσουν και μάλιστα κάτω από τις πιο δύσκολες και συνάμα περίεργες συνθήκες. Συνεχώς κάτι συμβαίνει και το έργο δεν προχωράει, ίσως κάποιος να ρίχνει αλάτι κάνοντας έτσι ένα ιδιόμορφο σαμποτάζ. Εγώ ξέρω ποιος. Όχι Μαρία και εσύ ξέρεις. Εσύ τη χαλάς τη γέφυρα γιατί η γέφυρα θα σημάνει το τέλος του γάμου ενώ παράλληλα θα γίνει εφαλτήριο μιας καινούριας ζωής. Ξέρω σε τρομάζει η ελευθερία αλλά μη φοβάσαι Μαράκι κάνε το βήμα και ζήσε, ζήσε γλυκιά μου, όπως δεν έζησες ποτέ ως σήμερα, ποτέ. Άφησε τη γέφυρα να ενώσει τις δύο όχθες αλλά και αυτά τα δύο σώματα που έχουν φτιαχτεί για να "αγαπιούνται".

Η βροχή σαν να σταμάτησε, η Μαρία πίνει κι΄ άλλο καφέ. Μονολογεί, τι να λέει; Φωνάζει δυνατά σε άδειο μαγαζί, τα ουρλιαχτά της φτάνουν ως εδώ. Παναγιά μου, μη και κάνει καμιά τρέλα, είναι τόσο ευαίσθητη. Κλαίει, πλέον είμαι σίγουρος πως κάτι την απασχολεί. Ένας κύριος μπαίνει μέσα στο κομμωτήριο, δεν είναι ο άντρας της, είναι ο Τόνυ από την φιλαρμονική, μιλάνε και η Μαρία κλαίει ακόμα, είναι απαρηγόρητη. Η κατάσταση έχει αρχίσει να με ανησυχεί, ο Τόνυ πάει να την αγκαλιάσει, η Μαρία τον απωθεί με βία και αστραπιαία αρπάζει το καλό ψαλίδι με τη χρυσή λαβή -δώρο 4ης επετείου γνωριμίας από τον άντρα της- ο Τόνυ δείχνει τρομοκρατημένος και.. όχι, παραπατάει, όχι! Μαρία, μη! Πρέπει να του κάρφωσε τις παγωμένες λεπίδες πάνω από 19 φορές στον αριστερό πνεύμονα, είναι σίγουρα νεκρός. Ενώ εκείνος ακούνητος ψυχορραγεί στο πάτωμα εκείνη αρπάζει την τσάντα της και το ψαλίδι, φονικό όπλο στα πανέμορφα της χέρια, και με γρήγορες και προσεκτικές κινήσεις κλείνει τα στόρια και πετάγεται έξω από το μαγαζί. Γιατί; Γιατί Μαράκι; Γιατί άγγελε μου;

Συνεχίζεται..

Δεν υπάρχουν σχόλια: