Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Ο άγνωστος 20ός αιώνας του John Conrat


Γιορτάζουμε σήμερα την συμπλήρωση 115 χρόνων από την γέννηση του μεγάλου ευπατρίδη, φιλέλληνα και αστυνομικού John Conrat (1901-2000). Γεννημένος από διαφορετικούς γονείς στο borough του Staten Island της Νέας Υόρκης, με καταγωγή από τα Χανιά της Κρήτης, ο Conrat υπήρξε από τα επιδραστικότερα, αν και παραγνωρισμένα, πνεύματα του 20ου αιώνα, αφήνοντας τη σφραγίδα του σε όλες σχεδόν τις γνωστές τέχνες – αλλά και σε μερικές άγνωστες. Σε αυτό το μίνι αφιέρωμα θα αναφερθούμε σε κάποιες από τις στιγμές που καταδεικνύουν το μέγεθος της συμβολής του σε μια σειρά από πρακτικές που σήμερα θεωρούμε δεδομένες.


John Conrat, Αθήνα 1935


Γεννιέται κουφός, ωστόσο η ακοή του σταδιακά αποκαθίσταται. Σε βρεφική ακόμα ηλικία κατακτά την τέχνη της παντομίμας και από την κούνια διασκεδάζει οικογένεια και φίλο του παππού με νούμερα όπως «ο τροχονόμος», «μαέστρος», «τρεις φίλοι», «εμμονές» και «Βηρυτός»  (ας προσέξουμε εδώ την κλιμακωτή εξέλιξη των έργων σε πολυπλοκότητα). Σε ηλικία δύο ετών απορρίπτει την παντομίμα και σταματά τις παραστάσεις - για να επανέλθει σε αυτή στα μέσα της ζωής του.

Σε ηλικία τεσσάρων ετών εντυπωσιάζει τους πάντες στο νηπιαγωγείο εισάγοντας μία μεικτή τεχνική που συνδυάζει τέμπερα, μαρκαδόρο, μολύβι, τροφή και απορρίμματα. Τα έργα του, αν και στερούνται άμεσα αντιληπτού νοήματος, έχουν αδιαμφισβήτητη αισθητική δύναμη, νεύουν προς μιαν άλλη ποιότητα, ταράζουν βεβαιότητες και εν τέλει συγκροτούν το «Frühkunst» όπως θα ονομαστεί αργότερα το νέο αυτό ρεύμα. Δυστυχώς δε σώζεται κάποιο έργο.  

Κυψέλη, 1933
Παρ’ ότι η φωτογραφία είχε εφευρεθεί σχεδόν έναν αιώνα πριν, ο 20χρονος Conrat παρατηρεί το 1921 ότι όλες οι φωτογραφίες δείχνουν είτε ανθρώπους, είτε ζώα, είτε έπιπλα, είτε τοπία. Πουθενά γιαούρτη! Τόνοι γιαούρτης παράγονται και καταναλώνονται κάθε χρόνο (όχι ακόμα τυποποιημένης), αλλά τη φωτογραφημένη γιαούρτη λες και την απαγορεύει κάποιο αόρατο χέρι. Μοιράζεται την παρατήρησή του με τον φίλο της μητέρας του Brassai, ο οποίος και του υπόσχεται να φωτογραφήσει γιαούρτη το συντομότερο δυνατό. Σήμερα οι φωτογραφίες γιαούρτης θεωρούνται δεδομένες.   

Η ανάπτυξη της φωτογραφίας στις αρχές του 20ου αιώνα έχει στρέψει τη ζωγραφική από τον νατουραλισμό σε άλλα ρεύματα, ενώ οι πρωτοπορίες, αρνούμενες το παλιό ανοίγουν συνεχώς νέους ρηξικέλευθους δρόμους. Ωστόσο κανείς δε ζωγραφίζει γιαούρτη, παρατηρεί ο 21χρονος John Conrat και βάζει την πρώτη πινελιά. Σήμερα ποιος θα έπαιρνε στα σοβαρά κάποιον (άλλο) αν έλεγε ότι «ζωγραφισμένη γιαούρτη δεν υπάρχει»;
1η έγχρωμη φωτογράφιση,
Ακροπόλ Παλάς, 1936


Οι καινοτόμες ιδέες του Conrat για την φωτογραφία δεν σταματούν εδώ. «Θα με γελούν τα μάτια μου» αναφωνεί έκπληκτος στις 12 Φεβρουαρίου του 1936 κοιτάζοντας μία φωτογραφία που είναι αυτός και μερικά ξαδέρφια του. «Λάθος! Όλες οι φωτογραφίες είναι λάθος! Μόνο εγώ το βλέπω; Δείχνουν τα πάντα ασπρόμαυρα, ενώ ο πραγματικός κόσμος, τα άλογα, τα τραπέζια, κ.ο.κ. έχουν χρώματα». Ο ίδιος θα φωτογραφηθεί έγχρωμα από το νάνο Σόλωνα. Η ιδέα βρίσκει δραματική απήχηση, με τις επόμενες δεκαετίες να ανήκουν στην έγχρωμη φωτογραφία. Σήμερα, η ασπρόμαυρη φωτογραφία χρησιμοποιείται μόνο για «καλλιτεχνικούς λόγους», από «άποψη». Το 1937 ο Conrat ανακοινώνει με ένα μεγάλο λυρικό ποίημα την απόφασή του να μην ξαναφωγραφηθεί.

Τρεις και πλέον αιώνες έχουν συμπληρωθεί από την εμφάνιση της πρώτης όπερας στην Ιταλία των τελών του 16ου αιώνα. Η όπερα αποτελεί το διαμάντι στο στέμμα της Δυτικής μουσικής παράδοσης, το οποίο έχουν υπηρετήσει δημιουργοί όπως ο Μότσαρτ, ο Βάγκνερ και ο Πουτσίνι, όμως το κοινό είναι αναγκασμένο να παρακολουθεί τις –συχνά πολύωρες- παραστάσεις όρθιο. «Αυτό μπορεί να λυθεί με την τοποθέτηση καθισμάτων στα θέατρα» σκέφτεται ο Conrat ένα ζεστό απόγευμα του 1927˙ σήμερα σε όλες σχεδόν τις όπερες κάθονται˙ η «όπερα για όρθιους» φαντάζει ένας αλλόκοτος αναχρονισμός.

Ο Conrat θεωρούσε ότι η κλασσική θεατρική σκηνή περιορίζει κατά πολύ τις αφηγηματικές δυνατότητες των έργων – δεν μπορούσε π.χ. να χωρέσει δύο στρατούς που μάχονται στις κυματιστές πεδιάδες της Αγγλίας. Μόνο πολύ αργότερα, και μετά την μεγάλη εισπρακτική επιτυχία του Λίλου του, θα συλλάβει και θα μπορέσει να κατασκευάσει τη «Νέα Σκηνή», μία μακρόστενη θεατρική σκηνή με το διπλάσιο σχεδόν εμβαδό. Η επαναστατική για την εποχή καινοτομία θα μεταμορφώσει την θεατρική τέχνη, η οποία ελεύθερη πλέον από τους παλιούς χωρικούς περιορισμούς μπορεί να χρησιμοποιεί περισσότερους ηθοποιούς και σκηνικά και κατ’ επέκταση να εκφράσει ανώτερες και ευγενέστερες ιδέες.

Ο Conrat 17 χρονών στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου

Θεωρείται ο πατέρας της μικρογλυπτικής. Έβρισκε άχαρα και ογκώδη τα γλυπτά που κοσμούσαν τα σαλόνια και τα μουσεία σύγχρονης τέχνης των ημερών του. Στην αρχή στράφηκε για έμπνευση προς την κλασσική αρχαιότητα, μόνο για να ανακαλύψει εκεί μεγαλύτερα, και όχι μικρότερα -όπως ήλπιζε- γλυπτά. Δεν το έβαλε κάτω, και παρά τη γενική δυσπιστία (που έφτανε στα όρια της ανοιχτής χλεύης - χαρακτηριστικός είναι ο λίβελος του Aristide Maillol), κατασκεύασε το πρώτο πολύ μικρό γλυπτό. Έπειτα, ένα ακόμα μικρότερο. Έπειτα άλλο ένα, πιο μικρό ακόμα! Σύντομα τα γλυπτά του έγιναν τόσο μικρά που δεν φαίνονταν με γυμνό μάτι˙ μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, μια νέα τέχνη είχε γεννηθεί.

Δύο χρόνια αργότερα, ο Conrat εφαρμόζει τις αρχές τη νέας αυτής τέχνης στον πάγο, κατασκευάζοντας το πρώτο πολύ μικρό γλυπτό από πάγο, το οποίο, σπάζοντας άλλο ένα ρεκόρ για την εποχή του, έγινε και το γλυπτό πάγου που έλιωσε γρηγορότερα. Το πολύ μικρό του μέγεθος (ας μην ξεχνάμε: αόρατο στο γυμνό μάτι), σε συνδυασμό με την ελάχιστη διάρκεια ζωής του, προσέδωσαν στους Διόσκουρους του Conrat  μυθικές διαστάσεις.

"Στον Conrat αποδίδεται και το ποίημα χωρίς ομοιοκαταληξία. Μία απλή ιδέα, που όμως δεν είχε σκεφτεί κανείς πριν από τον πάντα αντισυμβατικό Conrat".

Εθνική Βιβλιοθήκη, 1935
Δε θεωρούσε ασύμβατη την ιδιότητα του αστυνομικού με αυτή του καλλιτέχνη – και συχνά έφερε τον εαυτό του ως παράδειγμα («να, εγώ» έλεγε). Πηγαίνοντας μάλιστα ένα βήμα παραπέρα, διατύπωσε τη θέση ότι «αν και κάθε αστυνομικός δεν είναι καλλιτέχνης, και ούτε κάθε καλλιτέχνης είναι αστυνομικός, αυτά τα δύο είναι φορές που έχουν σχέση, ωραιότατα». Ο Conrat, όπως τόσο τυπικά συμβαίνει σε ανθρώπους που υπερβαίνουν τις νόρμες της εποχής τους, βρέθηκε ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά: Οι μεν συνάδελφοί του από το Σώμα τον κορόιδευαν για τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες, οι δε φίλοι του από τους καλλιτεχνικούς κύκλους ντρέπονταν για το αστυνομικό του επάγγελμα («λειτούργημα» τους διόρθωνε). Το έργο του υπήρξε η καλύτερη απάντηση απέναντι σε αυτές τις προκαταλήψεις (τα «κουτάκια» όπως τις αποκαλούσε) και μιλάει μόνο του: Υπηρεσία (συλλογή ποιημάτων, 1952), Αισθητική του εγκλήματος (μονογραφία, 1955), Πάρε το εκατό καημένη (επιθεώρηση, 1987), Κλέφτες και αστυνόμοι (μικρογλυπτό, 1947), Ένοχη μικρή αγάπη (μικρογλυπτό σε πάγο, 1949), Βραδινή περίπολος/Διακρίβωση στοιχείων (θεατρικός μονόλογος, 1970), Σεσημασμένες (χορός, 1991), Έγκλημα και Τιμωρία (μεταφορά του κλασσικού μυθιστορήματος σε παντομίμα, 1951), Γόμωση και Αναγόμωση (παντομίμα, 1952).  

Ο Conrat μας άφησε και έναν μεγάλο αριθμό από ευρεσιτεχνίες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται το αστείο που γελάει, το διπλό βιβλίο (δύο βιβλία, το ένα μετά το άλλο, με κοινό δέσιμο στην πλάτη), το τριπλό βιβλίο,  ο καθρέφτης Ντόναλντ (σε δείχνει Ντόναλντ), το τυροκομικό κιτ τσέπης και δύο πρωτότυπα μοντέρνα νεανικά χτενίσματα (τα «σπορτ» και «μάβερικ»).


Νέα Υόρκη, άγνωστη χρονολογία
Στου Χάγιου, 1932-33
Ένα μυστήριο που βασάνισε τον Conrat σε όλη τη ζωή του, χωρίς τελικά να καταφέρει να το διαλευκάνει (κάτι που τον πλήγωνε και ως αστυνομικό) ήταν το γιατί το κοινό του κινηματογράφου γελούσε σε σημεία όπου δεν υπήρχε κάποιο αστείο. Λάτρης του κινηματογράφου ο ίδιος, δυσφορούσε και απορούσε για τον Άνθρωπο, όταν άκουγε σημαντικό μέρος του κοινού να ξεσπά σε γέλια σε σκηνές όπως αυτή: Στον επάνω όροφο του σπιτιού, ένα ζευγάρι τσακώνεται, αλλά η θυελλώδης ορμή μπλέκεται με το πάθος και το ζευγάρι ταυτόχρονα παλεύει και φιλιέται παράφορα. Μία ηλικιωμένη κυρία μπαίνει από την είσοδο στο ισόγειο, κοντοστέκεται και φωνάζει στις σκάλες με απορημένη φωνή «Είναι κανείς εδώ;». (γέλια)

Όταν ο Conrat μαθαίνει ότι του μένουν λιγότερες από δύο μέρες ζωής, βάζει στόχο να γράψει τα απομνημονεύματά του. «Φιλόδοξο» χαρακτηρίζεται το σχέδιο από τους επιβλέποντες ιατρούς, οι οποίοι και τον ρωτούν αν σίγουρα άκουσε καλά τι του είπαν. Αντί για απάντηση, ο Conrat κάνει ότι τον παίρνουν τηλέφωνο και βγαίνει βιαστικά από το θάλαμο, και κατόπιν από το νοσοκομείο. Θα κλειστεί στο δωμάτιό του (μέρος απαγορευμένο για τους γονείς του) με την αγαπημένη του γραφομηχανή για τις τελευταίες 48 πυρετικές του ώρες˙ σχολαστικός και τελειομανής, θα σπαταλήσει τις περισσότερες από αυτές στην οργάνωση του χώρου, τη ταξινόμηση των γραφικών υλών και τη δημιουργία ενός προσχέδιου-σκελετού. Συνειδητοποιώντας την ύστατη στιγμή ότι δεν προλαβαίνει να γράψει τα απομνημονεύματα του πολυκύμαντου βίου του όπως τα ήθελε, αποφασίζει στη θέση τους να γράψει ένα ποίημα. Παρατίθεται το κύκνειο άσμα του:

Πάει ο καιρός του τραγουδιού˙
και ο ήλιος στο πέλαγο λαμπυρίζει.
Όλα της ζήσης αγαπημένα
-όσα χάρηκα κι όσα μόνο ονειρεύτηκα-
μα κι όσα που ποτέ δεν άκουσα
με ζεσταίνετε, σας αγαπώ
και λύνω-
τους κάβους για ταξίδι στο άγνωστο˙
μα μάλλον στο τίποτα
-λέω κι ας μη συμφέρει.

Η τελευταία φωτογραφία του Conrat, 1937.