Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2019

Ο Αντζουλάτος





Το ζευγάρι αντιμετώπιζε πάλι μεγάλα προβλήματα, που εκείνο το πρωί της Κυριακής είχαν πάρει πλέον τη μορφή μεγάλης και βαριάς στενοχώριας. Οι προοπτικές της σχέσης τους ήταν πάλι συννεφιασμένες, η καρδιά βαριά και το δάκρυ παραμόνευε στις κόγχες των ματιών.

Τότε εκείνος είχε μία ιδέα για να ξαλαφρώσουν. Θα καλούσαν κλόουν. Έψαξαν λίγο στο ίντερνετ, είδαν αποτελέσματα αναζήτησης και πληρωμένες καταχωρήσεις, τηλεφώνησαν και περίμεναν.

Δύο ώρες και 45 λεπτά αργότερα, διάστημα κατά το οποίο περιφέρονταν σιωπηλοί στο σπίτι αποφεύγοντας ο ένας τη ματιά του άλλου, το κουδούνι χτύπησε. Ο άντρας πάτησε το κουδούνι της κάτω πόρτας, άνοιξε λίγο την πόρτα του διαμερίσματος και κάθισε στον καναπέ μαζί με τη γυναίκα (η οποία στο μεταξύ είχε φέρει ένα μπολ σνακ), σφίγγοντάς της το χέρι.

Το ασανσέρ ακούστηκε να φτάνει και να σταματά στον όροφό τους, βήματα κλόουν πλησίασαν, και τρία χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα.

«Μπείτε, ανοιχτά είναι» φώναξε ο άντρας.

Πάλι δύο χτυπήματα.

«Ανοιχτά είναι, ανοίξτε!» φώναξε λίγο πιο δυνατά και εκνευρισμένη η γυναίκα.

Πίσω από την πόρτα ακούστηκε μια φωνή «Ο Αντζουλάτος είμαι, ο κλόουν που παραγγείλατε, ανοίξτε μου σας παρακαλώ».

Τί διάολο σκέφτηκε ο άντρας, κουφός είναι; και πήγε να ανοίξει την ήδη μισάνοιχτη πόρτα.  

-        -  Περάστε σας παρακαλώ, ανοιχτά είναι, σας φώναζα.
-        -  Συγγνώμη κύριε, δεν σας άκουγα. Ο Αντζουλάτος είμαι.
-        -  Ατζουλάτος ή Αντζουλάτος;
-         - Αντζουλάτος

φώναξε ο Αντζουλάτος, και τότε ο άντρας παρατήρησε, μέσα από τις πράσινες μπούκλες, ένα μπεζ ακουστικό βαρηκοΐας στο δεξί αυτί του κλόουν.

-          Θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω το μπάνιο σας; ρώτησε ο κλόουν.

-          - Πρώτη πόρτα αριστερά, είπε ο άντρας και γύρισε στον καναπέ.

Είκοσι λεπτά πέρασαν. Το ζευγάρι περίμενε στον καναπέ. Είκοσι ατελείωτα λεπτά απόλυτης και αμήχανης σιωπής, που διακόπηκαν από τον ήχο το καζανάκι.

Ο Αντζουλάτος βγήκε με βρεγμένο πρόσωπο, χαλασμένο μακιγιάζ και μουσκεμένα μαλλιά.

-          - Ζητώ ειλικρινά συγγνώμη.
-          - Δεν πειράζει, είστε καλά;

Ο Αντζουλάτος έκανε ένα μικρό μειδίαμα και αποκρίθηκε: «Θα ήθελα να ποτήρι νερό και να καθίσουμε λίγο. Θέλω να σας βάλω ένα τραγούδι. Σας ευχαριστώ πολύ. Συγγνώμη. Συγγνώμη και πάλι»

  Κάθισαν στο καθιστικό, το ζευγάρι απ’ τη μία μεριά και αντικρυστά ο Αντζουλάτος, και άκουσαν ολόκληρο το “I started a joke” των Faith No More από το πλαστικό κασετοφωνάκι του κλόουν. Κανείς δεν μίλησε τα τρία λεπτά που διήρκησε το κομμάτι. Μόνο μία στιγμή ο άντρας θέλησε να πει κάτι, μα συνέπεσε με μία συγκινητική λυρική κορύφωση του Mike Patton, και έτσι αποφάσισε να κρατήσει το στόμα του κλειστό.

Όταν το κομμάτι τέλειωσε, το πρόσωπο του Αντζουλάτου ήταν υγρό και συντετριμμένο, θαρρούσες όμως ταυτόχρονα ότι το φώτιζε δειλά μια νεοαποκτηθείσα, φευγαλέα νότα αισιοδοξίας. Με την υποψία λύτρωσης να αχνοφέγγει στα μάτια του, ο Αντζουλάτος πάτησε το χοντρό κόκκινο κουμπί STOP του παιδικού κασετόφωνου και τινάχτηκε πάνω για να αρχινήσει το ρεπερτόριό του.

«Ας γελάσουμε λοιπόν!» φώναξε -υπερβολικά δυνατά- και πάτησε το μεγάλο πράσινο κουμπί PLAY. Μουσική Benny Hill πλημμύρισε το χώρο και ο Αντζουλάτος άρχισε να πηγαίνει πέρα δώθε στο δωμάτιο χορεύοντας. Σε μία απότομη χορευτική στροφή, παρέσυρε με το πλουμιστό μανίκι του ένα μικρό κρυστάλλινο άλογο μπιμπελό, το οποίο έπεσε στο μαρμάρινο πάτωμα και θρυμματίστηκε σε μυριάδες κομμάτια. Ο Αντζουλάτος δεν φάνηκε να αντιλαμβάνεται τη ζημιά, την οποία δεν μπορούσε κιόλας να ακούσει λόγω της βαρηκοΐας του και του γεγονότος ότι ξέφρενες καραμούζες παιάνιζαν τη γρήγορη μουσική των show του Benny Hill.

Το ζευγάρι είδε φυσικά τη ζημιά (το μπιμπελό ανήκε στον μικρό αδερφό της γυναίκας, που είχε πεθάνει πριν από 10 χρόνια από παιδική λευχαιμία), όμως σαστισμένο από την ένταση και την αλλοπροσαλοσύνη της σκηνής, δεν είπε τίποτα, μα συνέχισε να κοιτάει τον κλόουν να χορεύει.
Φάνηκε να περνούν αιώνες, μα κάποια στιγμή ο χορός σταμάτησε. Μόνο τότε ο Αντζουλάτος είδε το διαλυμένο άλογο, και έπεσε αμέσως στα τέσσερα σε μία καταδικασμένη προσπάθεια να ενώσει τα εκατοντάδες διάσπαρτα  γυαλιά.

«Αφήστε το, θα κοπείτε!» φώναξε η γυναίκα, μα ο Αντζουλάτος δεν άκουγε και συνέχιζε τη θλιβερή προσπάθειά του, μέχρι που η γυναίκα αναγκάστηκε να σηκωθεί και να τον πιάσει απαλά από την πλάτη. Ο κλόουν τινάχτηκε, γύρισε και κοιτώντας την στα μάτια είπε: «Συγγνώμη μπαμπάκο. Είμαι ο χειρότερος άνθρωπος μπαμπάκο»

Έπειτα έβγαλε ένα πολύχρωμο μαντήλι από το πέτο του, το έβαλε τάχα στο αυτί του και άρχισε να βγάζει. Το αστείο εδώ κανονικά θα ήταν το πόσο μακρύ είναι το μαντήλι και πόση πολλή ώρα θα έβγαινε από το αυτί του, όμως το μαντήλι δεν ήταν πολύ μακρύ και βγήκε σχεδόν αμέσως. Επιπλέον, το ζεύγος παρατήρησε ότι ο Αντζουλάτος αιμορραγούσε από το αυτί.

Πριν προλάβουν όμως να του το πουν, αυτός ήδη χοροπηδούσε προς το βαλιτσάκι του, μέσα από το οποίο έβγαλε, άγνωστο πως, μία μεγάλη λευκή τούρτα και την κόλλησε με δύναμη πλαγιομετωπικά στο κρανίο του, με αποτέλεσμα το αίμα να αναμιχθεί με τη σαντιγύ. Έπειτα ο Αντζουλάτος κατέρρευσε, και ήταν αμέσως φανερό πως ήταν νεκρός.

Το σκεπασμένο με λευκό σεντόνι φορείο έβγαινε – όχι χωρίς κάποια δυσκολία και εκδορές στα κουφώματα – από την πόρτα του διαμερίσματος καθώς ο άντρας υπέγραφε τα απαραίτητα χαρτιά για τον αστυνομικό. «Θα σας ειδοποιήσουμε αν χρειαστεί να έρθετε στο τμήμα για συμπληρωματική κατάθεση, αν και δε νομίζω να χρειαστεί. Από τα μέχρι τώρα δεδομένα και το ιστορικό του θύματος, που ήταν γνώριμο στην υπηρεσία μας, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο θάνατος επήλθε από τη συνδυασμένη χρήση αλκοόλ, αναλγητικών και βαρβιτουρικών. Καλό σας απόγευμα»

Η πόρτα έκλεισε και το ζευγάρι απέμεινε μόνο στο διαμέρισμα. Αγκαλιάστηκαν σφιχτά και ο άντρας είπε: «Πριν από δύο ώρες το μέλλον σε αυτή τη σχέση – σε κάθε σχέση- μου φαινόταν πνιγηρό, και φαντασιωνόμουν τον εαυτό μου ελεύθερο να εξερευνά τις μυριάδες προοπτικές μίας άγνωστης ζωής. Όμως μάλλον την τύχη του Αντζουλάτου θα έχω εάν μείνω μόνος μου. Τώρα συνειδητοποιώ πόσο σε χρειάζομαι. Αγκάλιασε με, έλα να παραγγείλουμε e-food και να συνεχίσουμε το Mad Men στο Netflix».


Μία βδομάδα αργότερα, το ζευγάρι αντιμετώπιζε πάλι μεγάλα προβλήματα που είχαν πάρει ξανά τη μορφή μεγάλης και βαριάς στενοχώριας. Οι προοπτικές της σχέσης τους ήταν συννεφιασμένες, η καρδιά βαριά και το δάκρυ παραμόνευε στις κόγχες των ματιών.   

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

Έθιμα του Λεπούρ





Κλιμάκιο του Μετεχνίου επισκέφτηκε την βασιλική καστροπολιτεία του Λεπούρ, στην επαρχία Λεπούρ, του κρατιδίου Λεπούρ της Ινδίας. Το «παγώνι της ερήμου» όπως ονομάζεται για την ομορφιά του καταμεσής άνυδρων και αφιλόξενων εκτάσεων, το Λεπούρ ιδρύθηκε από τους πρώτους Λεπούρ μετά την εκδίωξή τους από το Λεπούρ (συνωνυμία) της βόρειας Ινδίας από τους Λεπούρ (συνωνυμία πάλι), και δημιούργησε έναν μοναδικό πολιτισμό, κράμα ινδουιστικής πνευματικότητας, κοσμοπολίτικων αντιλήψεων και προ-βραχμανικών παραδόσεων.

Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτές οι τελευταίες παράμειναν αναλλοίωτες από τη βρετανική κατάκτηση και μάλιστα επηρέασαν, διατρέχουν και συνομιλούν με εμβληματικά βρετανικά έργα που δεν το περιμένεις, όπως το Μπητλ, το Τόμσον και το Μπεν.

Όπως και προηγούμενα με το δικό μας, μαγευτικό Σχίνο στους πρόποδες του όρους Λέπουρα, σταχυολογήσαμε κάποια χαρακτηριστικά έθιμα και συνήθειες της βασιλικής αυλής των Λεπούρ, καθώς ο ελλιπής εμβολιασμός του κλιμακίου μας δεν επέτρεψε το συγχρωτισμό με τις κατώτερες κάστες, όσο γοητευτικός και αν φαντάζει αυτός στον δυτικό παρατηρητή.


Η κούνια του Λεπούρ


Ο μαχαραγιάς Λεπούρ προσφέρει ένα βαρύ τοξικό ποτό με εκφυλιστικές ιδιότητες στις γυναίκες και τους τραυματιοφορείς του παλατιού, και όλοι, μουδιασμένοι, αναγκάζονται να τον παρακολουθήσουν να κάνει κούνια μέχρι να κουραστεί. Η κούνια απαντάται στην εικονογραφία του Λεπούρ ως σύμβολο ερωτισμού και γονιμότητας, παραπέμποντας στον ερχομό (ή στο τέλος) των μουσώνων.


Το ανδρείκελο διηγείται




Ένα ανδρείκελο-ανθρώπινο μπονζάϊ με τρία χέρια, διηγείται με την αστεία ψιλή φωνή του ιστορίες που έζησε, και άλλες ψέματα. Το ανδρείκελο ψευδίζει όταν λέει ψέματα, αλλά ψευδίζει και όταν λέει την αλήθεια. Ο μαχαραγιάς ακούει τις ιστορίες του, λογαριασμός δικός του ποιες πιστεύει.


Η αργυρή πανσέληνος του Σεπτέμβρη


Καθήμενος στην ταράτσα του παλατιού, ο μαχαραγιάς Λεπούρ κοιτάζει στα μάτια ταυτόχρονα όλες τις γυναίκες της βασιλικής αυλής, οι οποίες τον χειροκροτούν και του παίζουν μαράκες. Η ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα παίρνει μια ξεχωριστή σπίθα υπό την μαγνητική επίδραση της αργυρής πανσελήνου του Σεπτέμβρη, η οποία κατά τους Λεπούρ χαρίζει ήρεμο, δροσερό και καθαρό μυαλό, με αποτέλεσμα να περνούν όλοι ευχάριστα.


Κρυφτό με τον Λεπούρ



Η τίγρη Λεπούρ είναι το ιερό ζώο του μαχαραγιά καθώς συμβολίζει την τόλμη, την δύναμη και την πολεμική δεινότητα. Έτσι, στην κουλτούρα των Λεπούρ, η τίγρη θεωρείται προέκταση του πνεύματος του μαχαραγιά – το καρμικό του είδωλο αν προτιμάτε.
Όσο ο μαχαραγιάς τα φυλάει, κάποιο μέλος της βασιλικής οικογένειας που έχει πέσει σε δυσμένεια προσπαθεί να κρυφτεί στη ζούγκλα, ουσιαστικά σε ένα μικρό αίθριο μέσα στο παλάτι. Όταν ο μαχαραγιάς μετρήσει είκοσι, αντί να βγει ο ίδιος, βγαίνει το καρμικό του είδωλο, δηλαδή η τίγρη. Η ιερή τίγρη Λεπούρ βρίσκει αμέσως το κρυμμένο μέλος της βασιλικής οικογένειας, γεγονός που καθιστά το παιχνίδι σύντομο και την έκβασή του προβλέψιμη. Είναι όμως διασκεδαστικό και αποτελεσματικό, κάποιος που πρότεινε κάποτε τη διακοπή του έπεσε σε δυσμένεια, και έτσι παίζεται αδιαλείπτως τους 6 αιώνες της δυναστείας των Λεπούρ.


Αποκριά


Στην Αποκριά ο μαχαραγιάς διασκεδάζει πολύ να ντύνεται γυναίκα.


Ο γεροντής και η ρουμπίνη


Στο κοσμοπολίτικο βασίλειο των Λεπούρ, ο μαχαραγιάς είναι άριστος γνώστης των κρασιών, των αρωμάτων, της μουσικής, των πολύτιμων λίθων και των κοσμημάτων. Ένας ηλικιωμένος υπηρέτης (gerontije) του παρουσιάζει διάφορα κοσμήματα και ο μαχαραγιάς συζητά για αυτά με δύο πάρεδρους και έναν ευνούχο (αποδίδεται εδώ με περιορισμένη τριχοφυΐα στο πρόσωπο). Ταυτόχρονα προσπαθεί να μαντέψει ποια φωνή ανήκει σε ποιον και ποιος είπε τι, καθώς οι συνομιλητές του είναι από πίσω του. Αν μαντέψουν όλοι ταυτόχρονα το όνομα της ρουμπίνης, ο γεροντής χορεύει.        


Μουσική από γυναίκες


Γυναίκες παίζουν μουσική στον βασιλικό ευνούχο. Ο βασιλικός ευνούχος τις ακούει με ευχαρίστηση.


Ο μαγικός πολλαπλασιασμός του Κρίσνα


Ο Κρίσνα, μία από τις πιο λατρεμένες ινδουιστικές θεότητες της βασιλικής αυλής των Λεπούρ, πολλαπλασιάζεται για να μπορέσει να χορέψει ταυτόχρονα με όλες τις γυναίκες της αυλής τον εκστατικό κυκλικό χορό Λεπούρ. Για να' ναι πιο καλά για αυτόν, αντιστοιχούν δύο γυναίκες σε κάθε μαγικό του είδωλο.


Μια παρτίδα chaupar


Πάλι περικυκλωμένος από όλες τις γυναίκες της αυλής, ο μαχαραγιάς Λεπούρ παίζει με μία από αυτές το παιχνίδι ζαριών chaupar (κάτι σαν το δικό μας πλακωτό). Στον μαχαραγιά επιτρέπεται να μην ρίχνει τα ζάρια αλλά να τα τοποθετεί όπως θέλει ή απλά να λέει τι θεωρεί ότι έφερε.


Σφηνάκια


Για ακόμα μία φορά περικυκλωμένος από όλες τις γυναίκες της αυλής, οι οποίες είναι ντυμένες με το ιερό πράσινο χρώμα (συμβολίζει τη φύση, πως είναι δηλαδή πράσινα τα δέντρα), ο μαχαραγιάς δέχεται διαδοχικά κεράσματα-σφηνάκι από όλες, με αποτέλεσμα να περνάει πολύ όμορφα.


Ιπποδρομία



Τα άλογα ταΐζονται πολύ και βάφονται μαύρα, στολίζονται χρυσά κοσμήματα και τρέχουν, καθώς λακέδες τα κεντρίζουν με μακριά σουβλιά, άλλοι λακέδες τα καβαλούν και επιπλέον λακέδες πηδούν τελευταία στιγμή στη ράχη τους.



Πες μου το μυστικό σου



Ο πρόξενος ακούει το μυστικό του επιμελητή, υπό το αδιάκριτο βλέμμα του αράπη.


Αποκριά (2)




Χαμηλόβαθμος ευγενής διασκεδάζει να ντύνεται κοπέλα.


Στολίζοντας το δέντρο




Ο θεός Κρίσνα βοηθά μια κοινή γυναίκα να στολίσει το χριστουγεννιάτικο δέντρο, είναι όμως Πρωτομαγιά και το πράμα μπλέκεται. Μέσα στην ασάφεια του εθίμου, ο Κρίσνα αιωρείται ώστε να ξεπεράσει σε ύψος τη γυναίκα και να αντικρύσει το ροζ φρούτο, το οποίο συμβολίζει κάποιο άλλο φρούτο.


Μικρό μαύρο μωρό




Χορός από πάρεδρους με man-bun ψέλνουν, κάμουν προσφορές και αερίζουν το μαύρο μωρό, ενώ ο μαχαραγιάς παρακολουθεί ντυμένος γυναίκα. Έφοροι και επιμελητές χειροκροτούν, άλλοτε ρυθμικά, άλλοτε αργά και ειρωνικά.  


Τρίτη, 12 Μαρτίου 2019

Για μία μπαστούνη τυρί






Η πορδή ήταν τόσο δυνατή που το σπίτι έπρεπε να βαφτεί από την αρχή. Δεκάδες -αν όχι χιλιάδες- κειμήλια από τις 4 γωνιές του πλανήτη, μαζεμένα μέσα από δεκαετίες περιπλανήσεων και επαφών με τους πιο απίθανους ανθρώπους, ήταν όλα τώρα άχρηστα.

Θα μπορούσαν βέβαια να καθαριστούν. Αστειεύομαι φυσικά. Ο θησαυρός του Παναγή ήταν όλος για πέταμα και το ήξερε από την πρώτη στιγμή. Μία αμφιλεγόμενη μπαστούνη τυρί διέγραφε την μέχρι σήμερα ζωή του και τον ανάγκαζε να ριχτεί άγραφο χαρτί σ’ ένα θαμπό, τρομακτικό μέλλον.
Όμως…από πού να πρωτοξεκινήσει; Τι να πρωτοκάνει; Πώς θα προκάνει; Τέτοια ερωτήματα εκφωνούνταν μέσα το κεφάλι του από έναν άγνωστο Πατρινό, και φοβήθηκε πως άρχισε να τρελαίνεται. «Τι θα κάν(ι)εις τώρα;», «Τι λ(ι)ύση θα δώκεις;» επαναλάμβανε μονότονα η φωνή, μέχρι που όλα γύρω του σκοτείνιασαν.

Κότες…κοτονερό...αχνιστό κοτονερό…βραστό πουλερικό. Η μυρωδιά της αραιωμένης κοτόσουπας ήταν η πρώτη αίσθηση που είχε ξυπνώντας. Η όραση επανήλθε λίγα δευτερόλεπτα αργότερα. Βρίσκεται στο Αγλαΐα Κυριακού. Μα γιατί τον φέραν σε παιδικό νοσοκομείο; Μεγάλος σαματάς έξω στο διάδρομο, θόρυβοι από τρομερό φτερούγισμα, φιαλίδια που σπάνε και μεταλλικοί δίσκοι που κλαγκίζουν στο πάτωμα. Η πόρτα του θαλάμου ανοίγει βίαια, και μία κότα ντυμένη γιατρός συνοδευόμενη από δύο κότες νοσοκόμους πεταρίζουν ορμητικά κατά πάνω του. «Αυτό δεν μπορεί να είναι καλό» προλαβαίνει να σκεφτεί πριν ξανασκοτεινιάσουν όλα.
 
Αυτή τη φορά ξύπνησε τρομερά εκνευρισμένος, καθώς μία μύγα περπατούσε στο κάτω χείλος του. Μόλις όμως άνοιξε τα μάτια του, ο εκνευρισμός του μεταμορφώθηκε σε αγαλλίαση, σε απόλυτη και ζεστή ευδαιμονία καθώς αναγνώριζε το τοπίο γύρω του. Είναι το πάνω μέρος του ποταμού Να στην Ικαρία, με τα πλατάνια και τα μικρά παραλιάκια του, τους στρογγυλούς βράχους και τις βάθρες του. Δίπλα του κοιμάται μία όμορφη κοπέλα με τατουάζ, είναι καλοκαίρι και ξέρει –νοιώθει- ότι είναι μέσα Ιούνη και θα περάσει άλλους δύο μήνες εκεί, μαζί της. Γυρνά να τη φιλήσει, όμως η κοπέλα είναι παγωμένη…όταν την πιάνει από τα μπράτσα της αυτά λεπταίνουν μέχρι που γίνονται λεπτά σα μακαρόνια, ένα εφιαλτικό τουμπερλέκι αρχίζει να παίζει πολύ γρήγορα κάπου πολύ κοντά, αρχίζει να κάνει κρύο και ξαφνικά καταλαβαίνει ότι τίποτα από όλα αυτά δε μπορεί να είναι αλήθεια, γιατί το happy place του, το πάνω μέρος του ποταμού Να, έχει καταστραφεί πριν χρόνια, δεν έχει μείνει πια ούτε ένα πλατάνι…στεναχώρια και ανησυχία σφίγγουν την καρδιά του, το κρύο δυναμώνει και τα πάντα σκοτεινιάζουν ξανά.

«Ελπίζω αυτή τη φορά να ξύπνησα στ’ αλήθεια» είναι η πρώτη του σκέψη ανοίγοντας τα μάτια του, καθώς ελευθερωνόταν από έναν εφιάλτη που διέστρεφε την πραγματικότητα υπό την μαγνητική επίδραση του δυστοπικού κτιρίου του Πνευματικού Κέντρου Ρουμελιωτών στην οδό Δαφνομήλη.

Πράγματι, μία πρώτη ματιά γύρω δείχνει να συνηγορεί σε αυτό. Είναι νύχτα, το μέρος φαίνεται γνωστό, αν και όχι απολύτως. Μοιάζει πάντως φοβερά με την πλατεία Αργεντινής Δημοκρατίας και βρίσκεται φαινομενικά έτοιμος να διασχίσει τη λεωφόρο Αλεξάνδρας, από τα Εξάρχεια προς το Γκύζη. Περιμένει να ανάψει το φανάρι για τους πεζούς, και βλέποντας τα αυτοκίνητα να περνούν με ταχύτητα δεν είναι σίγουρος αν όλα αυτά είναι αλήθεια, καλύτερα όμως να περιμένει το πράσινο. Μέσα στα στενά του Γκύζη, οι πολυκατοικίες και τα μικρομάγαζα θυμίζουν έντονα την πραγματικότητα, αυτός όμως διατηρεί τις αμφιβολίες του. Στρίβοντας στο δρόμο του, πιάνει τις τσέπες του και βρίσκει –χωρίς να το περιμένει ή να το πιστεύει – τα κλειδιά του. Ανοίγει την πόρτα της πολυκατοικίας, και ανεβαίνει τις σκάλες προς τον τέταρτο (να μπει στο ασανσέρ ούτε λόγος). Οι τοίχοι όμως είναι κάπως γυρτοί και ο φωτισμός αφύσικος, και όταν έφτασε στον πρώτο όροφο και έριξε μια ματιά, ο διάδρομος ήταν σαν από εικονογράφηση τρομακτικού παραμυθιού, οι τοίχοι στένευαν προς το ταβάνι, οι πόρτες των διαμερισμάτων ήταν παλαιικές και στη θέση των φώτων κρέμονταν κεριά. «Μάλιστα» σκέφτηκε («ελπίζω να μην πετύχω κανένα γείτονα») και συνέχισε γρήγορα, χωρίς να πολυκοιτάει, ως τον τέταρτο. Τα ίδια και εδώ, ακολούθησε τον διάδρομο-κατακόμβη και έβαλε, χωρίς καμία εμπιστοσύνη, το κλειδί στην πόρτα του, αυτή άνοιξε, και μέσα αντίκρυσε κάτι που έμοιαζε τρομερά με το σπίτι του. Του έκανε φοβερή εντύπωση πως όλα τα πράματά του ήταν όπως ακριβώς ήταν στην αλήθεια, κάθε μικρό αντικείμενο, τα πεταμένα ρούχα, όλα ήταν χειροπιαστά  - παρότι αυτός σίγουρα ονειρεύεται. Παρά την προφανή παραδοξότητα, έχει μια κάποια αίσθηση του εαυτού του και μπορεί να τσιμπήσει ή να κοιτάξει το χέρι του. Ένα-δυο αγαπημένα κομμάτια στο YouTube βοηθάν να ξεκαθαρίσουν κάπως τα πράματα. Μα μισό λεπτό! Ο θησαυρός του μοιάζει άθικτος!

Το πέπλο εφιαλτικής παρωδίας που αγκάλιαζε το κάθε τι κάνει ένα κοφ! και εξαφανίζεται, καθώς εξανεμίζεται η επίδραση της βασκόνδης τυρί ή ό,τι διάτανος ήταν αυτό που έφαγε. Σε μία ξαφνική έκλαμψη συνειδητοποίησης βλέπει καθαρά πως δεν έχει χάσει τίποτα, καμία πορδή δεν έχει καταστρέψει τίποτα (πώς θα μπορούσε άλλωστε) και όλα είναι εκεί, τακτοποιημένα στο παρελθόν.
     
Τώρα χρειάζεται μια βόλτα στον καλοκαιρινό βραδινό αέρα. Τον παίρνει ένας φίλος του με μηχανάκι. Τί τύχη και αυτή η συνεννόηση. Η καρδιά χτυπάει πάλι δυνατά, αέρας γεμίζει τα πνευμόνια και ο κόσμος κυλάει μαζί με την άσφαλτο, μαύρος, σιωπηλός και ωραίος. Τώρα δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο, η ονειροπόληση πυροδοτεί το βίωμα, καθ’ υπερβολή ενδεχομένως «ένα λευκό ιστιοφόρο εισέρχεται σε πρωτοϊδωμένους λιμένας ένα λαμπρό πρωινό» όπως λένε οι ποιητές, άγνωστα πολύβουα μαγαζιά σερβίρουν δυνατά ποτά, η μουσική σε ξεσηκώνει και τα «μάτια» των κοριτσιών τρυπάνε την καρδιά σου. 


Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

Πρωτοχρονιάτικη ιστορία


Το χιόνι έχει σκεπάσει το Χολαργό. Η εκχιονισμένη Μεσογείων γυαλίζει μαύρη και παγωμένη και μέσα στις γειτονιές τα δέντρα είναι λευκά στις πυλωτές των πολυκατοικιών. Λαμπάκια φωτίζουν και αναβοσβήνουν και Αϊ-Βασίληδες διαρρήκτες κρέμονται από τα μπαλκόνια των διαμερισμάτων.

Μετά από λίγες ώρες, τα δύο δίδυμα, ο Γιάννης και ο Ιάνης, έχουν ήδη πει τα κάλαντα στις περισσότερες πολυκατοικίες της γειτονιάς και να΄ τα τώρα που πλησιάζουν την παλιά μονοκατοικία, τη μόνη που έχει απομείνει στην οδό Παναγή Τσαλδάρη.

Η σιδερένια εξωτερική πόρτα ανοίγει τρίζοντας, παγωμένο μέταλλο στα χεράκια τους. Προσπερνούν την κουκουλωμένη Alfa Romeo και το νάνο κήπου, και χτυπούν το κουδούνι.

Μία γερασμένη κοπέλα ανοίγει την πόρτα, μοιάζει να την έχουν βάψει για κάποια φτηνή κινηματογραφική παραγωγή ώστε να φαίνεται μεγαλύτερη.

«Να τα πούμε;»

«Γεια σας παιδάκια μου» απαντά θλιμμένα. «Παρακαλώ περάστε μέσα να τα πείτε στον παππού».
Τα παίρνει απαλά από τα σβερκάκια τους και τα οδηγεί μέσα. Το χωλ μυρίζει βαριά, ο αέρας και το φως έχουν καιρό να περάσουν από εδώ. Μερικά έπιπλα είναι σκεπασμένα με λευκό σεντόνι, ενώ υπάρχουν κορνίζες με παλιές φωτογραφίες που δείχνουν έναν νεαρό σε διαφορετικά μέρη και με διαφορετικές παρέες.

«Ακολουθήστε με» λέει η ηλικιωμένη κοπελίτσα καθώς τα οδηγεί σε ένα υποφωτισμένο σαλόνι όπου βιβλία καλύπτουν τους τοίχους ως το ταβάνι. Η λάμψη από την τηλεόραση, συντονισμένη στο STAR, σβήνει καθώς πλησιάζουν, και μία φιγούρα πίσω από την πλάτη της πολυθρόνας αφήνει το τηλεκοντρόλ να πέσει μαλακά πάνω στο πέρσικο χαλί.

Η φιγούρα είναι ένας τσακισμένος γεράκος, με υγρά και ευσυγκίνητα μάτια σε ένα κάποτε όμορφο πρόσωπο, και μία καρό Burberry κουβερτούλα σκεπάζει τα πόδια του.

Αμηχανία ανάμεικτη με μία ελαφριά αλλά αυξανόμενη ανησυχία κυριεύει τον Γιάννη και τον Ιάνη. Η σιωπή αρχίζει και γίνεται ντροπιαστική καθώς στέκουν αντίκρυ στον γεροντή.

«Πείτε τα παιδιά, πείτε τα κάλαντα στον παππού» λέει η μαραμένη κοπέλα.

Δειλά-δειλά ξεκινούν να χτυπούν τα τρίγωνά τους και οι παιδικές τους φωνούλες ξεκινούν: «Τρίγωνα-κάλαντα…»

Ο γέρος τα κοιτά στα μάτια και τα δίδυμα συνειδητοποιούν το λάθος τους, και ξαναρχίζουν:
«Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά…»

Όσο τραγουδούν ο γέρος τραγουδά κι αυτός βουβά μαζί τους, συγκινείται, βήχει και δακρύζει μέχρι που τα διακόπτει απότομα:

«Φτάνει!»

Ο Γιάννης και ο Ιάνης σταματούν. Ο γέρος λέει:
«Έλεγα και εγώ τα κάλαντα στην ηλικία σας. Πολλά τραγούδια έλεγα. Πολλά περισσότερα είχα μέσα μου, και φανταζόμουν μια ζωή όμορφη και γεμάτη, με αναρίθμητες περιστάσεις για να τα τραγουδήσω. Δεν έγινε έτσι. Δεν πειράζει. Η ζωή γλίστρησε μέρα με τη μέρα, τα περισσότερα τραγούδια δεν τα τραγούδησα ποτέ, και ξέχασα και πως κάποτε υπήρξαν. Δεν πειράζει πια, τίποτα πια δεν πειράζει».

Τα δίδυμα τον κοιτούν φοβισμένα.

«Συνεχίστε το γλυκό τραγούδι σας» προστάζει ο γέρος. 

Τα τρίγωνα και οι ψιλές φωνούλες ξαναγεμίζουν την σκοτεινή κάμαρα. Ο γέρος αναλύεται σε λυγμούς. Ο βήχας του δυναμώνει.

Η ηλικιωμένη κοπέλα σταματά τα παιδιά, τα παίρνει από το χέρι και οδηγεί προς τα έξω. Πίσω τους ο γέρος φωνάζει: «Φύγετε! Φύγετε!»

Μόλις η πόρτα κλείσει πίσω τους, τα παιδιά διασχίζουν τρέχοντας τον κήπο και βγαίνουν στο δρόμο. Δεν τους έδωσαν ούτε ένα ευρώ όμως δεν πειράζει, αρκεί που αναπνέουν ανακουφισμένα τον καθαρό αέρα. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι κόσμο, όπως πάντα.    



  

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

ΝΕΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟΣΤ

Στην αγαπημένη σελίδα "Ας Γελάσουμε Λοιπόν!"

https://metexnio.blogspot.com/2009/11/blog-post.html

Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

La baquette








Έρωτας

Συνήθως δεν βγαίνουμε το μεσημέρι για καφέ, αλλά εκείνη τη μέρα βγήκαμε. Συνήθως βγαίνουμε το βράδυ, περνάμε από διάφορα μπαρ, και επιλέγουμε σε ποιο θα κάτσουμε με αποκλειστικό κριτήριο αν έχει “κοπέλες”. Με τον φίλο μου τον Ιππόλυτο, τα γούστα μας συμπίπτουν. Έτσι λοιπόν μπαίνοντας σε ένα μπαρ ή θα μας αρέσει και στους δύο (=θα παίζουν “κοπέλες”) ή θα κοντοσταθούμε για μισό λεπτό, κάνοντας ότι ψάχνουμε για κάποιον που –γαμώτι- δεν είναι εκεί, και θα φύγουμε. Ή θα “χτυπήσει” το κινητό και πάλι θα πρέπει να φύγουμε.

Βγήκαμε για καφέ λοιπόν το μεσημέρι στα Εξάρχεια, χειμώνας με ψιλόβροχο, και αφού περάσαμε από διάφορα καφέ όπου δεν κάτσαμε (ισχύει ό, τι και για τα μπαρ), αρχίσαμε να πεινάμε. Το φαί είναι πάντα το καταφύγιο μιας αποτυχημένης γκομενο-βόλτας. Και συγκεκριμένα τα άγραφα. Περνάμε από ένα μαγαζί που δεν είχαμε ξανακάτσει ποτέ, από αυτά που έχουν μπαγκέτες και προσούτο και φρέσκα υλικά και ‘pasta of the day’ και espresso, και τσακ!...αποφασίζουμε να κάτσουμε. Ένα ωραίο φρέσκο σαντουιτσάκι κερδίζει αμέσως τη σύγκριση με τη λαδίλα των αγράφων, και επίσης εκεί πίνεις και καφέ. Α, και ξέχασα να πω ότι φαινόταν από αυτά τα μαγαζιά όπου νέες κοπέλες που δουλεύουν σε κάποιο κοντινό γραφείο θα περάσουν να πάρουν μια υγιεινή σαλάτα ή μια μπαγκέτα ολικής άλεσης.      

Την ερωτευτήκαμε σχεδόν αμέσως. Αλήθεια δεν θυμάμαι αν την είχαμε δει πριν μπούμε (και για αυτό μπήκαμε) ή είχαμε δει κάποια άλλη. Ήταν η σερβιτόρα του μαγαζιού, ήταν ξανθιά, όμορφη, και επίσης φαινόταν καλό και γλυκό κορίτσι, ενώ ήταν και σέξυ: άγγελος. Πάθαμε ζημιά και οι δύο. Κοιταζόμασταν, χαμογελούσαμε και ξεφυσούσαμε. Ήταν έρωτας, και αυτό το καταλαβαίνεις όταν δεν θέλεις να τον παίξεις, ή, άμα τον παίξεις μαζί της, στο μυαλό σου σκέφτεσαι να της χαμογελάς, να λέτε μια τσαχπινιά και να σε αγκαλιάζει.

Πηγαινοερχόταν με την ποδιά της, και σε κάποιο σημείο –το είδαμε και οι δύο ξεκάθαρα- σιγοτραγούδησε το κομμάτι που έπαιζαν τα ηχεία του μαγαζιού. Ήταν το ‘cause everybody hurtsometimes’. Δεν κάνω πλάκα. Εκεί μας τελείωσε.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή δούλευε, οπότε τι μπορείς να κάνεις, ούτε να πολυκοιτάς πρέπει, ούτε να πιάσεις κουβέντα γίνεται – και δεν είμαστε από αυτούς τους αξιοθαύμαστους τύπους που φλερτάρουν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Έτσι λοιπόν απλά ξεφυσούσαμε, και ο καθένας είχε στο μυαλό του την επόμενη φορά (αύριο) που θα ξαναπήγαινε εκεί μόνος του. Κάθε φορά που μας γέμιζε το νερό, ή μας άδειαζε το τασάκι, εγώ χαμογέλαγα μέχρι τα αυτιά και της έλεγα ευχαριστούμε πολύ.  

Όπως συμβαίνει πάντα όταν είσαι μαζί με ένα φίλο σου στον ίδιο χώρο που βρίσκεται και ο έρωτας που σου μαγκώνει το στομάχι, έτσι και τότε συνέχεια λέγαμε αστεία και γελάγαμε περισσότερο από το κανονικό. Ήμασταν συμπαθέστατοι, και αυτό πιστεύω νόμιζε και αυτή. Όταν αποδεχτήκαμε ότι δουλειά τώρα δε θα γίνει, αποφασίσαμε να πληρώσουμε. Ενώ είχαμε τα λεφτά ακριβώς, είπα να δώσω 50ρικο, για να μας φέρει και ρέστα και να την απολαύσουμε σε ένα ακόμα πέρα-δώθε.

Όμως στη σκέψη ότι θα συμβούν όλα αυτά (θα τη φωνάξω να πληρώσω – θα έρθει – θα πω τι χρωστάμε – θα πάρει από το τραπέζι την απόδειξη και θα τη διαβάσει – θα δώσω τα λεφτά – θα πάει στο ταμείο – θα φέρει ρέστα – θα πω ευχαριστώ) άρχισα να ιδρώνω. Ασυναίσθητα είχα τσαλακώσει σα μυξομάντιλο το 50ευρω μέσα στο χέρι μου. Ιππόλυτε, δεν μπορώ να το κάνω είπα. Η πλάκα είναι ότι καθώς το έλεγα αυτό, ένιωσα σαν να βγαίνω από το σώμα μου, να υπερίπταμαι και να με κοιτάω από ψηλά να το λέω αυτό. Επίσης παρατήρησα ότι ο υπάλληλος που έφτιαχνε τα σάντουιτς πίσω από τον πάγκο είχε κεφάλι σκίουρου και με κοιτούσε επίμονα – το ίδιο επίμονα είχε σταματήσει και με κοιτούσε από το δρόμο μία ομάδα καθυστερημένων παιδιών με κουστούμια, και η μουσική είχε δυναμώσει πολύ, και έπαιζε τον Ρωμαίο και Ιουλιέτα του Προκόφιεφ. Όταν είπα στον Ιππόλυτο “ας αφήσουμε τα λεφτά στο τραπέζι και ας φύγουμε, σε παρακαλώ” η φωνή μου ακούστηκε ψιθυριστή, και ο Ιππόλυτος σύρισε σα φίδι. Τότε κατάλαβα ότι ο φίλος μου δεν είχε αυτιά, αλλά δέρμα και μαλλιά στη θέση τους.
Πετάχτηκα από το τραπέζι για να βγω έξω, αλλά με σταμάτησε ο πλαστικός μουσαμάς που είχε το μαγαζί για να κλείνει τον εξωτερικό χώρο με τα τραπεζάκια. Κλαίγοντας, προσπάθησα να σκίσω το μουσαμά, αγνοώντας επίμονα την πόρτα που ήταν ακριβώς δίπλα. Κατάφερα να ανοίξω μία τρύπα και να πεταχτώ έξω, και έπεσα πάνω σε ένα αυτοκίνητο που περνούσε. Αυτό φρέναρε, και στο πίσω μέρος του καρφώθηκε ένα μηχανάκι, ο αναβάτης του οποίου εκσφενδονίστηκε και πέρασε μέσα από τη βιτρίνα ενός μαγαζιού. Παίρνω όρκο ότι ο άτυχος μοτοσικλετιστής ήταν ο Κάσπαρ Χάουζερ.

Ο έρωτάς μου στο μεταξύ είχε βγει έξω. Ήταν γυμνή, τα καταγάλανα υγρά της μάτια με κοιτούσαν με λατρεία, τραγουδούσε έναν ύμνο στην αγάπη, με συγκαλυμμένες αναφορές για το πώς της αρέσει να την παίρνουν πολλοί άντρες μαζί, και το τραγούδι της ήταν αληθινό. Φύσηξε τότε ένας γλυκός νοτιάς, που κουβαλούσε ιστορίες ανθρώπων της ανατολής, και μελαγχολικά τσιγγάνικα βιολιά μπλέχτηκαν με μια βροχή από γιασεμί και ανθούς πορτοκαλιάς.