Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

ΝΕΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟΣΤ

Στην αγαπημένη σελίδα "Ας Γελάσουμε Λοιπόν!"

https://metexnio.blogspot.com/2009/11/blog-post.html

Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

La baquette








Έρωτας

Συνήθως δεν βγαίνουμε το μεσημέρι για καφέ, αλλά εκείνη τη μέρα βγήκαμε. Συνήθως βγαίνουμε το βράδυ, περνάμε από διάφορα μπαρ, και επιλέγουμε σε ποιο θα κάτσουμε με αποκλειστικό κριτήριο αν έχει “κοπέλες”. Με τον φίλο μου τον Ιππόλυτο, τα γούστα μας συμπίπτουν. Έτσι λοιπόν μπαίνοντας σε ένα μπαρ ή θα μας αρέσει και στους δύο (=θα παίζουν “κοπέλες”) ή θα κοντοσταθούμε για μισό λεπτό, κάνοντας ότι ψάχνουμε για κάποιον που –γαμώτι- δεν είναι εκεί, και θα φύγουμε. Ή θα “χτυπήσει” το κινητό και πάλι θα πρέπει να φύγουμε.

Βγήκαμε για καφέ λοιπόν το μεσημέρι στα Εξάρχεια, χειμώνας με ψιλόβροχο, και αφού περάσαμε από διάφορα καφέ όπου δεν κάτσαμε (ισχύει ό, τι και για τα μπαρ), αρχίσαμε να πεινάμε. Το φαί είναι πάντα το καταφύγιο μιας αποτυχημένης γκομενο-βόλτας. Και συγκεκριμένα τα άγραφα. Περνάμε από ένα μαγαζί που δεν είχαμε ξανακάτσει ποτέ, από αυτά που έχουν μπαγκέτες και προσούτο και φρέσκα υλικά και ‘pasta of the day’ και espresso, και τσακ!...αποφασίζουμε να κάτσουμε. Ένα ωραίο φρέσκο σαντουιτσάκι κερδίζει αμέσως τη σύγκριση με τη λαδίλα των αγράφων, και επίσης εκεί πίνεις και καφέ. Α, και ξέχασα να πω ότι φαινόταν από αυτά τα μαγαζιά όπου νέες κοπέλες που δουλεύουν σε κάποιο κοντινό γραφείο θα περάσουν να πάρουν μια υγιεινή σαλάτα ή μια μπαγκέτα ολικής άλεσης.      

Την ερωτευτήκαμε σχεδόν αμέσως. Αλήθεια δεν θυμάμαι αν την είχαμε δει πριν μπούμε (και για αυτό μπήκαμε) ή είχαμε δει κάποια άλλη. Ήταν η σερβιτόρα του μαγαζιού, ήταν ξανθιά, όμορφη, και επίσης φαινόταν καλό και γλυκό κορίτσι, ενώ ήταν και σέξυ: άγγελος. Πάθαμε ζημιά και οι δύο. Κοιταζόμασταν, χαμογελούσαμε και ξεφυσούσαμε. Ήταν έρωτας, και αυτό το καταλαβαίνεις όταν δεν θέλεις να τον παίξεις, ή, άμα τον παίξεις μαζί της, στο μυαλό σου σκέφτεσαι να της χαμογελάς, να λέτε μια τσαχπινιά και να σε αγκαλιάζει.

Πηγαινοερχόταν με την ποδιά της, και σε κάποιο σημείο –το είδαμε και οι δύο ξεκάθαρα- σιγοτραγούδησε το κομμάτι που έπαιζαν τα ηχεία του μαγαζιού. Ήταν το ‘cause everybody hurtsometimes’. Δεν κάνω πλάκα. Εκεί μας τελείωσε.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή δούλευε, οπότε τι μπορείς να κάνεις, ούτε να πολυκοιτάς πρέπει, ούτε να πιάσεις κουβέντα γίνεται – και δεν είμαστε από αυτούς τους αξιοθαύμαστους τύπους που φλερτάρουν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Έτσι λοιπόν απλά ξεφυσούσαμε, και ο καθένας είχε στο μυαλό του την επόμενη φορά (αύριο) που θα ξαναπήγαινε εκεί μόνος του. Κάθε φορά που μας γέμιζε το νερό, ή μας άδειαζε το τασάκι, εγώ χαμογέλαγα μέχρι τα αυτιά και της έλεγα ευχαριστούμε πολύ.  

Όπως συμβαίνει πάντα όταν είσαι μαζί με ένα φίλο σου στον ίδιο χώρο που βρίσκεται και ο έρωτας που σου μαγκώνει το στομάχι, έτσι και τότε συνέχεια λέγαμε αστεία και γελάγαμε περισσότερο από το κανονικό. Ήμασταν συμπαθέστατοι, και αυτό πιστεύω νόμιζε και αυτή. Όταν αποδεχτήκαμε ότι δουλειά τώρα δε θα γίνει, αποφασίσαμε να πληρώσουμε. Ενώ είχαμε τα λεφτά ακριβώς, είπα να δώσω 50ρικο, για να μας φέρει και ρέστα και να την απολαύσουμε σε ένα ακόμα πέρα-δώθε.

Όμως στη σκέψη ότι θα συμβούν όλα αυτά (θα τη φωνάξω να πληρώσω – θα έρθει – θα πω τι χρωστάμε – θα πάρει από το τραπέζι την απόδειξη και θα τη διαβάσει – θα δώσω τα λεφτά – θα πάει στο ταμείο – θα φέρει ρέστα – θα πω ευχαριστώ) άρχισα να ιδρώνω. Ασυναίσθητα είχα τσαλακώσει σα μυξομάντιλο το 50ευρω μέσα στο χέρι μου. Ιππόλυτε, δεν μπορώ να το κάνω είπα. Η πλάκα είναι ότι καθώς το έλεγα αυτό, ένιωσα σαν να βγαίνω από το σώμα μου, να υπερίπταμαι και να με κοιτάω από ψηλά να το λέω αυτό. Επίσης παρατήρησα ότι ο υπάλληλος που έφτιαχνε τα σάντουιτς πίσω από τον πάγκο είχε κεφάλι σκίουρου και με κοιτούσε επίμονα – το ίδιο επίμονα είχε σταματήσει και με κοιτούσε από το δρόμο μία ομάδα καθυστερημένων παιδιών με κουστούμια, και η μουσική είχε δυναμώσει πολύ, και έπαιζε τον Ρωμαίο και Ιουλιέτα του Προκόφιεφ. Όταν είπα στον Ιππόλυτο “ας αφήσουμε τα λεφτά στο τραπέζι και ας φύγουμε, σε παρακαλώ” η φωνή μου ακούστηκε ψιθυριστή, και ο Ιππόλυτος σύρισε σα φίδι. Τότε κατάλαβα ότι ο φίλος μου δεν είχε αυτιά, αλλά δέρμα και μαλλιά στη θέση τους.
Πετάχτηκα από το τραπέζι για να βγω έξω, αλλά με σταμάτησε ο πλαστικός μουσαμάς που είχε το μαγαζί για να κλείνει τον εξωτερικό χώρο με τα τραπεζάκια. Κλαίγοντας, προσπάθησα να σκίσω το μουσαμά, αγνοώντας επίμονα την πόρτα που ήταν ακριβώς δίπλα. Κατάφερα να ανοίξω μία τρύπα και να πεταχτώ έξω, και έπεσα πάνω σε ένα αυτοκίνητο που περνούσε. Αυτό φρέναρε, και στο πίσω μέρος του καρφώθηκε ένα μηχανάκι, ο αναβάτης του οποίου εκσφενδονίστηκε και πέρασε μέσα από τη βιτρίνα ενός μαγαζιού. Παίρνω όρκο ότι ο άτυχος μοτοσικλετιστής ήταν ο Κάσπαρ Χάουζερ.

Ο έρωτάς μου στο μεταξύ είχε βγει έξω. Ήταν γυμνή, τα καταγάλανα υγρά της μάτια με κοιτούσαν με λατρεία, τραγουδούσε έναν ύμνο στην αγάπη, με συγκαλυμμένες αναφορές για το πώς της αρέσει να την παίρνουν πολλοί άντρες μαζί, και το τραγούδι της ήταν αληθινό. Φύσηξε τότε ένας γλυκός νοτιάς, που κουβαλούσε ιστορίες ανθρώπων της ανατολής, και μελαγχολικά τσιγγάνικα βιολιά μπλέχτηκαν με μια βροχή από γιασεμί και ανθούς πορτοκαλιάς.  


Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Με όχημα μα και με σκοπό τον έρωτα, ο Τάσσος Σώντερς μας παίρνει από το χέρι στην άνιση μάχη ενάντια στη λήθη για να μας οδηγήσει στην ευδαιμονία.
Δύο φαινομενικά ίδιοι μονόλογοι και μια κοινή αλήθεια σκιαγραφούν δύο διαφορετικούς κόσμους με ερμηνείες που καθηλώνουν κατά την ύπατη στιγμή του τραγικού βιώματος.

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Παναγιώτης Λύτρας, η επιστροφή.


Με μεγάλη χαρά το Μετέχνιο παρουσιάζει την ταινία "Παναγιώτης Λύτρας, η επιστροφή"

Άλλοι, μέσα σε μία χρονιά βγάζουν πολλά 45-λεπτα επεισόδια και εμείς πανηγυρίσαμε που καταφέραμε να βγάλουμε μία μεγάλη, μικρού μήκους ταινία. Τι να κάνεις;

Ο Λύτρας, ως ιδέα, προέκυψε πριν από αρκετά χρόνια όταν μία φίλη φαντασιώθηκε το πόσο γελοία μορφή θα ήταν ο Τάσσος Σώντερς πολεμικός ανταποκριτής. Μέσα στους μήνες που γράφτηκε και γυρίστηκε η ταινία προφανώς αγαπήσαμε τον ξεπλυμένο ήρωα μας, τον οποίο η πραγματικότητα του τον εκμηδενίζει και τον μετατρέπει σε αυτό που με σθένος αντιμάχονταν και έθαβε. 

Με "αφηγητή" μία τηλεοπτική συνέντευξη του Παναγιώτη Λύτρα, στο περιθώριο της βράβευσης του για την προσφορά του στη δημοσιογραφία, θα τον παρακολουθήσουμε σε στιγμές μάχιμης δημοσιογραφίας και άβολων ερωτικών αγκομαχητών.




Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Ιπποκράτης Πλέριος - Ο Μεγάλος Λαϊκός Σατιρικός





Ιπποκράτης Πλέριος



Η είδηση πως ο Ιούλιος Πτιμπέρ 'τοιμάζει καινούριο CD-ROM με ολοκαίνουρια τραγούδια ενθουσίασε κοινό και κριτικούς, όπως άλλωστε περιμέναμε. Δεν είναι εκεί το θέμα. Ο Πτιμπέρ, στη συνέντευξη τύπου που ακολούθησε, δήλωσε πως στην καινούρια συλλογή τραγουδιών του θα συγκαταλέγεται και ένα μελοποιημένο ποίημα του Ιπποκράτη Πλέριου, το καλύτερο του ίσως, το σκωπτικό “Η γριά παντρολογιέται (χιούμορ)”.



Η γριά παντρολογιέται (χιούμορ)


Η γριά παντρολογιέται
με έναν νεαρό
δεν έχει πολλά τα χρόνια της
μονάχα…εκατό!

Φτου της να μην εβασκαθεί
θέλει λέει να…αποκατασταθεί
βαρέθηκε η καημένη στο σπίτι μοναχή
Ε μωρέ γριά! Τρελάθηκες για παριστάνεις την τρελή;

Μνηστήρες λες σε θέλουνε πολλοί˙
που τους βρήκες μωρή γριά;
Σκάβοντας τη γη;
Ε, με το συμπάθιο δηλαδή!

Και τι σεντόνι θ’ απλώσεις
την πρώτη τη νυχτιά;
Ποια απόδειξη αγνότητας
για το χωριό, τη γειτονιά;

Αίμα θα ‘χει άραγε το άσπρο το λινό
ή μαύρο θα’ ναι
βουτηγμένο μέσα στο…
…βρε αι στο καλό!

Τρελόγρια σύνελθε
ξέχνα την παντρειά
όπως το πας θα ντύνεσαι
σε λίγο με…φασκιά!

Γελάει το χωριό
κοροϊδεύει η γειτονιά
με τη γεροξεκούτω την παστρικιά
βοήθα μας Χριστέ, βοήθα Παναγιά!


Ποιος είναι όμως ο Ιπποκράτης Πλέριος (πραγματικό όνομα: Γόγος Μποσκορνιός), που αν και μετράει ήδη 78 χρόνια ζωής, το όνομά του μόλις τώρα αρχίζει να ακούγεται στα γράμματα, παρόλο που η πρώτη του ποιητική συλλογή εκδόθηκε το 2001;

Γεννημένος το 1938 στο Μικροχέστι Βοιωτίας από γονείς χαζούς, ο μικρός Ιπποκράτης θα αποτελέσει σύντομα ένα παιδί που ξεχωρίζει στο χωριό, κυρίως με το πόσο Καραγκιόζη παρακολουθεί. Παρακολουθεί Καραγκιόζη συνέχεια. Τα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής του η οικογένειά του τρώει μόνο τυρί, και έτσι ο Ιπποκράτης αναγκάζεται να εγκαταλείψει το χωριό για την πρωτεύουσα. Ένα βράδυ, παίρνοντας μαζί του τα μοναδικά του υπάρχοντα (λίγο γάλα στη χούφτα και ένα ταψί), ξεκινά με τα πόδια το μεγάλο ταξίδι. Ύστερα από 15 βασανιστικά μερόνυχτα τα φώτα της πόλης αρχίζουν να αχνοφαίνονται και ο Ιπποκράτης, παλληκαράκι πια, εγκαθίσταται στα βόρεια προάστια, σε ένα συμπαθητικό σπιτάκι που χτίζει μόνος του. Θα χρειαστεί να περάσουν 20 χρόνια ακόμα για να συνειδητοποιήσει πως στην πραγματικότητα δεν έχει εγκατασταθεί στην Αθήνα αλλά στο Καπανδρίτι Αττικής. “Εσύ θα το καταλάβαινες;” συνήθιζε να αντιλέγει στους συγχωριανούς του που τον κορόιδευαν σαν τρελλοί.

Πολιτικά, έχει οργανωθεί ήδη από το 1963 στην 'Ενωση Κέντρου, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει τίποτα. Στη χούντα, εκδίδει για πρώτη φορά τοπική εφημερίδα, μέσα από την οποία στηλιτεύει τα πάθη του ελληνικού λαού. Είναι αυτή ακριβώς η ταραγμένη περίοδος όπου, μέσα από τα πύρινα άρθρα του, δεν σταματά να κάνει έκκληση σε όλες τις πλευρές να συνεννοηθούν πάνω στο κοινό καλό. Μέσα στο 1972, θα ιδρύσει άλλη μία τοπική εφημερίδα, στην οποία θα αρθρογραφεί συστηματικά. Μεγάλη επιτυχία γνωρίζει η στήλη του “Γιατί... έτσι τα βλέπω εγώ!”, όπου κάθε μέρα, βάζει στόχο κάποιον μεγαλόσχημο της πολιτικής ζωής και του τα χώνει κανονικά. Η μεγάλη επιτυχία της στήλης οφειλόταν στον τρόπο που τελείωνε τα κείμενά του. Έλεγε ας πούμε κάτι, ό,τι να 'ναι, και στο τέλος έλεγε “Γιατί... έτσι τα βλέπω εγώ!”. Τέλος πάντων, άμα το διάβαζες ήταν πιο αστείο.

Στη μεταπολίτευση, θα μετακομίσει στη Νέα Πεντέλη και θα παντρευτεί, ενώ παράλληλα θα αρχίσει και μαθήματα μπουζουκιού, χωρίς αποτέλεσμα. Στην καινούρια του αυτή φάση, θα προχωρήσει στην έκδοση τοπικής εφημερίδας (“Ο Πεντελεύς”) στην οποία θα αρθρογραφεί συστηματικά. Είναι αυτή η περίοδος που ξεκινά τη στήλη “Κύριε Πρωθυπουργέ!”, όπου κάθε μήνα θέτει από ένα καυτό ερώτημα στον εκάστοτε πρωθυπουργό, κυρίως σχετικό με την κατάντια του κράτους και την παιδεία. Όσοι έτυχε να διαβάσουν αυτές τις επιστολές έχουν να λένε ότι ήταν επιστολές – γροθιά στις αποχαυνωμένες συνειδήσεις.

Το 1981 το ΠαΣοΚ κερδίζει τις εκλογές και ο Πλέριος εκδίδει άλλη μια τοπική εφημερίδα.

Το 1984, μέσα από μιά ακόμα εκδοτική του προσπάθεια, κάνει αίσθηση με τη στήλη του “Ενώσω ο λαός εκοιμώτο...” όπου τα κείμενά του αρχίζουν πλέον να αποκτούν το χαρακτήρα χρονογραφήματος, χωρίς φυσικά να στερούνται κοινωνικοπολιτικής κριτικής. Είναι η περίοδος που αρχίζει και λέει στους φίλους του ότι έχει γίνει επικίνδυνος για το αριστερό σύστημα διακυβέρνησης. “Θα φταίει”, λέει, “που δεν τους αφήνω σε χλωρό κλαρί. Κι εσείς, φευγάτε από κοντά μου, μη σας βάλουν και σας στο μάτι”. Θορυβημένοι οι συντοπίτες του, πείθουν τη γυναίκα του να τον πάει στον ψυχίατρο. Δεν θα χρειαστεί όμως, γιατί την άνοιξη του 1988, γεννιέται η κόρη του, Αντινόη. Ο Ιπποκράτης γνωρίζει για πρώτη ίσως φορά στη ζωή του ευτυχία και γαλήνη και σκαρώνει το πρώτο του ποίημα, που αλλοίμονο, δεν θα διαβάσει ποτέ κανείς, καθώς ακόμα και τώρα δεν μπορεί να θυμηθεί πού το έχει βάλει. Μέχρι το τέλος του '88 θα εκδώσει δύο ακόμα τοπικές εφημερίδες.

Στα μέσα της δεκαετίας του '90, τα λεφτά είναι παντού, “αρκεί να είσαι ξύπνιος”, όπως λέει χαρακτηριστικά στους φίλους του, ενώ την ίδια στιγμή χάνει όλη την περιουσία του στο χρηματιστήριο. Αυτό όμως δεν τον σταματά από το να παρέχει καλλιτεχνική εκπαίδευση στην Αντινόη, την οποία γράφει στο τοπικό Ωδείο, αρμόνιο (μένουν Παλλήνη πλέον, αφού το σπίτι τους στην Πεντέλη, αν και στη βουνοπλαγιά, μυστηριωδώς πλημμύρισε ανεπανόρθωτα). Εδώ στην καινούρια πόλη, ο Ιπποκράτης Πλέριος συνειδητοποιεί το μέγεθος της ευθύνης που είναι η πατρότητα. Μετά από μια ντροπιαστική τελετουργική βραδιά, που η οικογένειά του ακόμα κάνει πως δεν θυμάται, αποφασίζει ότι θα αφιερωθεί ψυχή τε και σώματι σ' αυτό το παιδί, αυτό το κορίτσι, αυτή τη γυναίκα. Έτσι, από εκείνη τη στιγμή αρχίζει να φορά επί μονίμου βάσεως δημοσιογραφικό γιλέκο και να κάνει τον έξυπνο στο φουαγιέ του ωδείου, δεύτερο σπίτι του από κείνη τη μέρα,  φιλοσοφώντας σε ένα κοινό από βαριεστημένους γονείς. Εξάλλου, φροντίζει να παίρνουν όλοι τους τεύχη της καινούριας του τοπικής εφημερίδας “Ο Παλληνίτης”, ενώ και τα σταντ μέσα στους χώρους του ωδείου βοηθούν.

Τότε είναι που αρχίζει την λεγόμενη Τριπλή Πρόκλησή του. Για τα επόμενα 15 χρόνια, έως δηλαδή και σήμερα γράφει μανιωδώς ποίηση. Τα ποιήματά του θίγουν ζητήματα που άλλοι καλλιτέχνες κάνουν πως δεν τα βλέπουν, από συμφέρον δηλαδή. Όπως: ομοφυλοφιλία, κρατικοδίαιτοι, ο καθηγητής Λιαντίνης, το ποδόσφαιρο, αεροψεκασμός, οι Τούρκοι κ.α. Το 2001 εκδίδεται η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο: “Για ένα κομμάτι συκώτι”. Τα ποιήματα του είναι σατιρικά, όπως φαίνεται και από τον τίτλο, την ίδια στιγμή όμως αφήνουν μια πικρή γεύση αυτοκριτικής στον αναγνώστη. Ακολουθεί το 2009 η συλλογή “Για δύο κομμάτια συκώτι”. Εδώ πλέον, “τον τόνο δίνει ο εσωτερικός ψίθυρος”, σύμφωνα με δήλωση του ίδιου, δήλωση που σαν αποτέλεσμα έχει τρεις μήνες στο Δαφνί μετά από εισαγγελική παραγγελία. Εφέτος επανήλθε με ένα ποίημα για τον Αλέξη Τσίπρα, ποίημα που δημοσιεύθηκε στην τοπική εφημερίδα του, φυσικά..



Αλεξάκο Τσίπρα μου

Αλεξάκο Τσίπρα μου
μ ’ακούς μωρέ λιγάκι;
Για έλα να στα πω ένα χεράκι!
Όπως Ρωμιός τα λέει σε Ρωμιό.

Σε πίστεψα σε ψήφισα
να αλλάξεις την κοινωνία
μα εσύ κολεγιά έπιασες
με του Ράιχ τα θηρία, μασκαρά.

Θα σκίσεις είπες τα μνημόνια
να πάρει μπρος η οικονομία
μα συ χαλκά μας πέρασες
και στεναχώρεσες και την Εκκλησία, τί σου φταιξε;

Μαζέφτε τους μωρέ παιδιά
κάνουνε διπλά σαγόνια
τον Έλληνα σταυρώνουνε
στου Μαξίμου τα σαλόνια, αλλά έννοια τους.

Αλεξάκο Τσίπρα μου
έλα και λογικέψου
είσαι κι απ’ την Άρτα τρομάρα σου
τη νόννα και το πάππο σκέψου

Και το μικρό κοπέλι σου
τον Τσίπρα τον Ερνέστο
στα μάτια κοίτα το, και πες το:

«Θα πάψω να’ μαι μασκαράς
άθεος και αληταράς
και στο εφεξής το πιο καλύτερο
θα κάνω για την Ελλάς».


Ο Ομπάμα
Παράλληλα, αρχίζει να καταπιάνεται με τη ζωγραφική. “Παλιά αγαπημένη από τα χρόνια στο Καπανδρίτι” είπε και άρχισε να κουνάει το χαρτί πάνω σε ένα ειδικά στερεωμένο πινέλο χωρίς χρώμα, ενώ σύζυγος και κόρη εγκατέλειπαν το δωμάτιο για να μη βλέπουν. Τα έργα του παρουσιάστηκαν στο δεύτερο συμπόσιο τέχνης και πολιτισμού της κοινότητας Πουλής, στα Μεσόγεια, αλλά και στο ειδικό λεύκωμα του συλλόγου “Ο Κόρνος”, στο Κορωπί. Ειδικά για το έργο του “Ο Ομπάμα”, έχει αποστείλει ειδική πρόσκληση στον Αμερικανό πρόεδρο να έρθει να το παραλάβει, αν και μέχρι στιγμής κάτι τέτοιο δεν έχει ακουστεί να έγινε.




Μυστικό
Λιονταρίνος

Επίσης, στο ίδιο διάστημα θα εκδώσει άλλες 12 τοπικές εφημερίδες, παραμένοντας σημαίνων παράγοντας της πόλης. Θα ευτυχήσει σε όλα αυτά τα χρόνια να γνωρίσει την αληθινή επικοινωνία με τους συμπολίτες του, τόσο στο δρόμο όσο και στο Ωδείο, όπου δυστυχώς ακόμα σπουδάζει η κόρη του αρμόνιο. Εδώ και τρία χρόνια πεθαίνει από καρκίνο στο σπίτι του στην Παλλήνη, χωρίς φυσικά να εγκαταλείπει την οξυδερκή ματιά στα πράγματα.