Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΜΒΑΛΟ, του Αργύρη Καρβέλη



Σύντομο βιογραφικό του ποιητή

Ο Αργύρης Καρβέλης (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του ποιητή Στέφανου Πορφύρη) γεννήθηκε το 1937 στη Μουσουνίτσα. Σπούδασε αρχιτεκτονική στην πολυτεχνική σχολή της Αθήνας, αλλά σύντομα το ενδιαφέρον του για την τέχνη τον έφερε σε επαφή αρχικά με το θέατρο και συγκεκριμένα το χορόδραμα, όπου εργάστηκε τίμια ως απλός σκαπανέας της τέχνης, όπως έλεγε ο ίδιος, μέχρι το χειμώνα του '61. Παράλληλα, διατηρούσε τη στήλη Αμ έπος... στην εφημερίδα Ελευθερία του Πάνου Κόκκα, απ' όπου στηλίτευε τα κακώς κείμενα της ταραγμένης δεκαετίας του '60, με τα καυστικά χρονογραφήματά του. Από το θέατρο στη δημοσιογραφία και από κει στο πατάρι του Λουμίδη. Οι ποιητές. Οι αγώνες για τη δημοκρατία. 114. 

Η πρώτη του ποιητική συλλογή Αεράκι κυκλοφορεί τον Ιούλιο του 1965 από τον Κάκτο. Δημιουργείται κάποια αίσθηση, κυρίως με το ύφος του Καρβέλη, το οποίο κλείνει οριστικά τους λογαριασμούς της "Γενιάς του '30". Η θεματολογία των ποιημάτων του εστιάζει στον απλό άνθρωπο και τα προβλήματά του. Για τα ποιήματά του Το μπετόνι και Η μπολντόζα άλλωστε, θα τιμηθεί με έπαινο στο φεστιβάλ του Τσερνομπίλ, διάκριση που θα του απονείμει ο ίδιος ο Λεονίτ Μπρέζνιεφ. Τα ποιήματά του, αυτής της περιόδου, αφήνουν αβίαστα μια αίσθηση αισιοδοξίας για το καλύτερο αύριο που ξημερώνει. 

Και ύστερα η χούντα. Οι διώξεις. Τα βασανιστήρια. Τα ξερονήσια.  Όλα αυτά δεν μπορούν να αφήσουν ασυγκίνητη την ψυχή του Καρβέλη, ο οποίος αποφασίζει να μισέψει, αφήνοντας πίσω του μια ενυπόγραφη δήλωση - δριμύ κατηγορώ ενάντια στους συνταγματάρχες. Μια δήλωση η οποία, όταν το 1974 δει το φως της δημοσιότητας, αποκεκαλυμμένη από τον ίδιο τον ποιητή, μικρή σημασία θα έχει, το σωστό να λέγεται.

Στο μισεμό του, ο Καρβέλης βρίσκεται να ταξιδεύει με το πλοίο για τις ΕΠΑ. Όμως, αλλοίμονο, όταν το παπόρι πιάνει Νέα Υόρκη, ο ποιητής δεν καταφέρνει να ξυπνήσει και έτσι βρίσκεται στη Γη Του Πυρός, να εξασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου, μέχρι το πρόωρο τέλος της ζωής του, τον Αύγουστο του 2001. Ήταν ένα κυριακάτικο απόγευμα, όταν ο Καρβέλης, οδηγώντας την παλιά του Λάντα προς την Ushuaia, θα χτυπηθεί από την επάρατο νόσο, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματός του. 

Στα χρόνια της παραμονής του στην ξένη χώρα, ο Καρβέλης δεν θα παραλείψει ούτε λεπτό να σκέπτεται την πατρογονική γη. Θα εκδόσει άλλες τρεις ποιητικές συλλογές, Πατρίδα (1982), Νόστιμον Ήμαρ (1982) και Ουοχοχόι...όι... (2000). Στην τελευταία του συλλογή, είναι σαφής η στροφή του προς το ανεξήγητο και το μυστικισμό. Μέσα στα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του ο Αργύρης Καρβέλης ταξιδεύει συνεχώς και διαμένει αποκλειστικά σε ξενοδοχεία. Και δεν θα μπορούσε βέβαια αυτό να είναι ανησυχητικό, αν δεν φρόντιζε πάντα να κλείνει δύο δίκλινα δωμάτια, και να μετακινείται σε κονβόι οχημάτων, ένα που οδηγούσε αυτός και ένα δεύτερο που δεν οδηγούσε κανείς! Τα έργα του, αυτής της περιόδου, εξερευνούν την αθέατη πλευρά της ψυχής, ενώ αποπειρώνται να ξεκλειδώσουν τα μυστικά της προέλευσης του ανθρώπινου είδους.

Από αυτήν τη συλλογή, και με αφορμή το έτος Καρβέλη (σύμφωνα με το περιοδικό ΤΡΙΤΟ ΜΑΤΙ) που διανύουμε, παρουσιάζουμε σήμερα το ποίημα Το κλειδί και το κύμβαλο, για το οποίο ο ίδιος ο ποιητής, ο Αργύρης Καρβέλης δηλαδή, έγραψε: 

"Είναι το Άξιον Εστί μου. Εντάξει, πιο μικρό..."







Το κλειδί και το κύμβαλο


Στέκεται τώρα κάθιδρος μπροστά στο αρχαίο ιερείο.
Στην κλεψύδρα η άμμος κινείται προς τα πάνω.
Οι μαϊμούδες ολόγυρα ουρλιάζουν – μα τούτες είναι φωνές λεόντων.
Το’ χε πει ο γέροντας: το δείλι να κινήσεις κατά κει όπου σμίγει ο χειμώνας με τη λησμόνια – εκεί μόνο θα βρεις τον ήλιο τον καθάριο.
Και τώρα στέκεται κάθιδρος μπροστά στο αρχαίο ιερείο.
Αινιγματικές πέτρες σκαλισμένες τη μορφή ιαγουάρου.
Περικοκλάδες οργιαστικές, τα μύρα του πόθου.
Μία κουβέντα αρκεί για να θέσει σε κίνηση τον προϊοστορικό αργαλειό, κείνον που το τέντωμα των ιμάντων του θα προκαλέσει την ελλειπτική περιστροφή των ολόχρυσων χοχλιών. Και τότε ο Άνθρωπος, η πλάση και τα ζώα θα ενδυθούν το μανδύα της Κρίσης.
Η εικόνα θα μυρίσει.
Αυτή η μυστική κουβέντα στροβιλίζεται στο μυαλό του αιώνες πριν γεννηθεί.
Γεννηθεί είπα; Μειδίαμα μου προκαλούν οι μικρές ιδέες των θνητών – που θαρρούν πως κατέχουν, μα κατέχουν μόνο την άγνοιά τους.
Και τον φόβο.
Μα τώρα εκείνος δε νιώθει φόβο. Νιώθει δέος. Έχει μια αποστολή να εκπληρώσει.
Η χρυσοποίκιλτη εσάρπα του: τον συντρόφευσε μα τώρα δεν τον συντροφεύει.
Στο πουγκί η οπαλίνα. Στο πουγκί η οπαλίνα.
Και ο αμέθυστος αντάμα.
Το κλειδί – ναι, το κλειδί.
Πούν’ το;
Η μυστική λέξη σύρεται, συρίζει, μα κρύφτηκε θαρρείς στα ρηχά νερά του κόσμου.
Είναι αλήθεια – τα μερμήγκια πνίγουνται κει που θεριεύει το μέτριο.
Μα τώρα πρέπει και κείνα να κριθούν.
Δεν υπάρχει πια γυρισμός.
Πρέπει να την πει.
Λάπις Λαζούλι!
Πολύ αργά για να πάμε πίσω.
Πιάνει αέρας – τούτες οι πολιτείες της αλαζονείας δεν θα αφήσουν ούτε ένα σημάδι στην άμμος.
Γλώσσες μαύρων κυμάτων καταπίνουν τις ηπείρους. Είναι φαρδιές και αχόρταγες.

Και από της γης τα εβένινα σπλάχνα, δόντια μυτερά, της τιμωρίας δόντια τρυπούν των ανθρώπων τα τρυφερά σαρκία – τούτα που η μαλθακότητα τους στέρησε κάθε ιερότητα – και αυτό παιδιά όχι τώρα, καιρό.

Μέσα σε μια στιγμή γερνά. Το αντίτιμο του ξεστομίσματος. Μα καταπώς τον φόβο έχει νικήσει, το σφρίγος και η ρώμη εκρήγνυνται, και η σάρκα του με της νιότης την αυθάδεια πανέμορφη αναριγά.
Και από ένα τόπο μακρινό, θαρρείς τα παιδικά τα χρόνια, κάτι σα να παιανίζει.
Άκου πιο προσεκτικά!
Δεν είναι παιανισμός! Είναι το κύμβαλο!
Το κύμβαλο! Της σιωπής, όχι πια.
Και κελαρύζει αίμα, μα και γάλα κελαρύζει!
Και ρέει αίμα, μα και μέλι ρέει!
Και από τις ολόχρυσες αστραπές, ο κόσμος καθαίρει.
Και η είρα ξεχωρίζει απ’ το στάρι.
Είναι μια στιγμή τρομερή, μα και γλυκιά συνάμα.
Στιγμές ανεπανάληπτες.

Μα σαν περνούν δευτερόλεπτα, μα σαν περνούν αιώνες…
η ανθρώπινη κακία το βασίλειο πάλι λερώνει.

Στέκεται τώρα κάθιδρος μπροστά στο αρχαίο ιερείο.
Αυτός ο πόλεμος ποτέ δε θα τελειώσει.










Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Άρλεκιτ


της Νικολέττας Μπάστιον-Φαράκου




Ψύλλοι

Ήξερε πως μετά από αυτό δεν υπάρχει γυρισμός.
Μα ποιος την καρδιά να παρακούσει;

Ακούγοντας το ροχαλητό του Στέβεν από το δωμάτιο, παίρνει την απόφαση και ανοίγει το φερμουάρ από το καλαίσθητο δερμάτινο τσαντάκι του. Το ασημί iPhone λαμποκοπά. Τα δάχτυλα της χορεύουν στην touch screen, το ξεκλειδώνει και πηγαίνει στα απεσταλμένα (sent). Πάνω πάνω, είναι ένα με παραλήπτη (information) την ίδια, που της έστειλε σήμερα το πρωί από τη δουλειά: Τζένιφεν σε αγαπώ, θέλω να γίνεις η μητέρα των παιδιών μου.

Σκέφτεται το τηλεφώνημα που έκανε σήμερα το πρωί, προσποιούμενη την πελάτη, στο δικηγορικό γραφείο Millhouse & Coopers, στο οποίο εργάζεται ο Στέβεν. Ζήτησε τον Στέβεν Μπιούσαμικ, για να πάρει από την γραμματέα του την απάντηση που κλόνισε την βεβαιότητα πως ο Στέβεν είναι ο πρίγκιπας του παραμυθιού.

«Ο κύριος Μπιούσαμικ είναι σήμερα σε άδεια, και θα λείπει και όλη την υπόλοιπη εβδομάδα. Δοκιμάστε από Δευτέρα, ή, αν είναι κάτι επείγον, στο κινητό».

Το τηλέφωνο της είχε πέσει από τα χέρια. Η Μάριον, συνιδιοκτήτρια μαζί με την Τζένιφεν του Σαλονιού styling για κατοικίδια ”Lustro e gusto”, την είχε κοιτάξει ανήσυχη.
«Τζένιφεν, είσαι καλά; Φαίνεσαι χλωμή. Θέλεις λίγο ιπποφαές; »
«Θεέ μου Τζένιφεν! Εσύ κλαίς»
«Δεν είναι τίποτα Μάριον. Πρέπει να φύγω. Αέρα! Παιδιά, αέρα!»

Στο σπίτι σκούπισε τα δάκρυα της, έσπασε δύο πιάτα από την ταραχή της, έκανε ένα κρύο ντους και ετοίμασε στο φούρνο μικροκυμάτων δύο μερίδες γίγαντες του παππού από το executive catering frozen solutions και περίμενε τον Στέβεν να γυρίσει από τη «δουλειά».
Ο Στέβεν κατέφθασε ως συνήθως παρκάροντας το Audi στο στεγασμένο γκαράζ, διέσχισε το γκαζόν, πέρασε από τον βραχόκηπο, σκόνταψε σε έναν φωτιστικό νάνο και μπήκε στο σπίτι. Έβαλε τα δυνατά της να φανεί φυσιολογική.
«Αγάπη μου! Πάνω στην ώρα! Σου έχω ετοιμάσει την αγαπημένη σου λιχουδιά!»
«Τζένιφεν! Μπακαλιάρο aux prunes
«Άλλη μια ευκαιρία…πιο τραγανό ακόμα.»
«Ω Τζένιφεν…μωρό μου…γίγαντες του παππού! Δεν έπρεπε..» και την έσφιξε στα καλογυμνασμένα μπράτσα του. Μα το βλέμμα του ήταν κενό. Και εκείνη; με δυσκολία συγκρατούσε τα δάκρυά της…

Ο Στέβεν έτρεξε κατευθείαν στο ντους, ενώ εκείνο που την παραξένεψε, ήταν πως ξάφνου το σπίτι είχε γεμίσει ολάκερο από ένα βαρύ, γυναικείο άρωμα που δεν ήταν το δικό της.

Ο Στέβεν τραγουδούσε το beautiful του James Blunt στο μπάνιο, και όταν βγήκε με το μαύρο μπουρνούζι του, το νερό ακόμα κυλούσε από τους γκρίζους κροτάφους του και έσταζε πάνω στα ευκλείδεια ζυγωματικά του.

Εκάθισαν και τρώνε.

«Αγάπη μου, δεν άγγιξες το πιάτο σου» είπε μόλις κατέβασε και την τελευταία του μπουκιά. «Δεν θα μπορούσα να πω το ίδιο και για μένα, χα-χα-χα» είπε καταπίνοντας τον τελευταίο γίγαντα. «Θα ξαπλώσω λίγο, είχα μία πολύ απαιτητική ημέρα, και, πίστεψέ με, το απόγευμά μου δεν θα είναι ευκολότερο. Έχουμε πάλι meeting. Το τίμημα της επιτυχίας – μερικές φορές αναρωτιέμαι: αξίζει;»

«Θεέ μου πόσο ελπίζω να μου λες αλήθεια, αν και δεν ξέρω τι να πιστέψω πια» σκέφτηκε η Τζένιφεν  και του χαμογέλασε. «όταν ξυπνήσεις, θα έχω το καφεδάκι σου έτοιμο, μαζί με δύο fair-trade cookies

Και τώρα, ακούγοντάς τον να ροχαλίζει, τρέμει σύγκορμη ψάχνοντας για εκείνο το sms, που εκείνος θα έχει ξεχάσει να σβήσει και για κείνη θα σημάνει το τέλος του πιο όμορφου παραμυθιού.

Στα απεσταλμένα δεν βρήκε κάτι το παράξενο. «Χριστέ μου» σκέφτηκε - «αν είναι καθαρά και τα εισερχόμενα, μπορεί όλα να είναι ένα παιχνίδι του μυαλού μου. Σίγουρα ο Στέβεν θα μπορεί να δώσει μια λογική απάντηση...» Ήθελε τόσο να τον πιστέψει. Ανοίγει τα εισερχόμενα (receiven):

«Ήσουν υπέροχος. Πατέρα και εραστή μου. Απόψε στις 19.30, στο γνωστό μέρος».

Το δωμάτιο στροβιλίζεται.

Το κινητό πέφτει από τα χέρια. Ήταν το δεύτερο τηλέφωνο που κατέστρεφε σήμερα.

Ο Στέβεν πετάχτηκε από το κρεβάτι. «Μωρό μου είσαι καλά; Τί ήταν αυτό;»

Όμως η Τζένιφεν ήταν ήδη στη λεωφόρο και έτρεχε. Έτρεχε ξυπόλητη και έκλαιγε, τραβούσε τα extension της και ούρλιαζε. 

Οι ουρανοί είχαν ανοίξει, και το νερό ορμητικό προσπαθούσε λες να ξεπλύνει τις αμαρτίες των ανθρώπων.


 Μούσκεμα

Μούσκεμα, αφού είχε διανύσει τρέχοντας και ουρλιάζοντας το μισό Μανχάταν, έφτασε στο σπίτι της Μάριον.
Το έντρομο βλέμμα της Μάριον μετατράπηκε σχεδόν αμέσως σε μια ζεστή αγκαλιά. «Εσύ είσαι μούσκεμα…έλα μέσα κοριτσάκι μου. Έλα καλό μου».

Φορώντας πετσετέ πιζάμα και μια καρό πουκαμίσα που μοσχοβολούσε από το μαλακτικό Limonati e Mirodati της Μάριον, καθισμένη οκλαδόν στον γκρι καναπέ Markus, έσφιγγε στις φούχτες της μια αχνιστή κούπα καυτού καφέ Negrito και συνέχιζε να κλαίει με ρυθμικά αναφιλητά. «Δε μου συμβαίνει αυτό...δε μου συμβαίνει γαμώτι αυτό εμένα τώρα…».

«Καταρχάς ηρέμησε» ακούστηκε η ζεστή φωνή της Μάριον. «Και πες μου τι συνέβη»

Μόλις η Τζένιφεν τελείωσε την εξιστόρηση, η Μάριον της ζήτησε να επαναλάβει, γιατί δεν κατάφερε να διακρίνει καμία λέξη έτσι που σπάραζε. Τα ξάναπε.

«Σίγουρα θα υπάρχει μια λογική εξήγηση για όλα αυτά»

Η Τζένιφεν την κοίταξε.

«Καλά, θα δούμε τι θα κάνουμε» διόρθωσε η Μάριον.

Όμως η Τζένιφεν ήδη κοιμόταν με τον Negrito στη φούχτα της.


Κλιμάκωση

Ξύπνησε το πρωί, σκεπασμένη με μια απαλή κουβέρτα Coco-hest. Έτσι όπως οι κουτσοί καμιά φορά ξυπνούν νομίζοντας πως έχουν πόδι, έτσι και η Τζένιφεν ξύπνησε καλοδιάθετη, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα από όλα αυτά.

«Καλημέρα πριγκίπισσα» ακούστηκε η φωνή της Μάριον.
Η Τζένιφεν έσπασε.
«Ο Στέβεν πήρε τηλέφωνο στις εφτά το πρωί. Δεν τον έχω ξανακούσει έτσι»
«Δεν πιστεύω να του είπες ότι είμαι εδώ»
«Θεέ μου, Τζένιφεν. Άμα τον άκουγες πώς έκλαιγε…είπε έρχεται από δω»

Ο ήχος του κουδουνιού δόνησε το δωμάτιο.


Καθαρές κουβέντες

Η Μάριον αποσύρθηκε διακριτικά στο δωμάτιο, ενώ η Τζένιφεν άνοιγε την πόρτα.
«Άσε με να σου εξηγήσω. Σε παρακαλώ» είπε δακρυσμένος ο Στέβεν.
Και άρχισε να της εξηγεί.

….

«Τζένιφεν δεν είναι δυνατό να ζηλεύεις ένα τόσο μικρό κορίτσι. Δεν έχει καν βυζιά»
«Έχεις δίκιο Στέβεν…γιατί όμως να το μάθω έτσι»
«Εκεί έχω λάθος, και το παραδέχομαι. Αξίζει όμως να χαλάσουμε το σπιτικό μας για αυτό;»
«Μου υπόσχεσαι πως δεν θα ξαναγίνει;»
«Να βρεθώ με τη μικρή ή να μη στο πω;»

Σκάσανε στα γέλια. Ζήσανε ευτυχισμένοι και αποκτήσανε πολλά παιδιά.

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

Πέρρη Σταφύλη, παραμύθια για υποψιασμένους... μπόμπιρες



του Ρόκκου Ανκουλέ




Γυαλισκάρι Χίου, Αύγουστος 2012.

Πίνω τον ωραιότερο εσπρέσσος (και όχι εσπρέσσο, όπως τον θέλουν οι εδώ νεόπλουτοι τσιφτετέλληνες) παρακολουθώντας τον ήλιο να εκτελεί προσεκτικά την αέναη χορογραφία του. Κοιτάζοντας το παλιό κουρδιστό μου ρολόι διαπιστώνω πως είναι η ώρα του για το βασίλευμα. Νάτον...

Το Γυαλισκάρι είναι για μένα ένας τόπος ιερός. Είναι η ωραιότερη παραλία αυτή την εποχή, έτσι όπως απλώνεται νωχελικά ανάμεσα στο Ναγό και τη Βλυχάδα. Η Βλυχάδα είναι το αποτέλεσμα του γνώριμου παιχνιδίσματος της μάνας γης και του πατέρα θάλασσα. Ο θάλασσας, όπως τον λένε εδώ οι ντόπιοι, είναι η ειδοποιός διαφορά που κάνει τη Χιό πραγματικά όμορφο νησί. Οι γεροντότεροι έχουν να θυμούνται πως τα νησιά που δεν είχαν πρόσβαση στη θάλασσα, σύντομα παρήκμασαν. Ο Ναγός, από την άλλη, πιστεύεται ότι πήρε την ονομασία του από τον αρχαίο ναγό που υπήρχε κάποτε εκεί. Μάλιστα λένε πως στο σημείο ακριβώς όπου έστεκε ο αρχαίος ναγός, χτίστηκε αργότερα μια γειτονιά. Και πράγματι, μια απλή επίσκεψη στο σημείο, είναι ικανή να σε πείσει για την παρουσία της γειτονιάς.

Καθώς αφήνομαι στην ομορφιά του τοπίου, προσπαθώντας φυσικά να παραβλέψω τους λουόμενους εισβολείς, αυτούς τους ημιάγριους εργαζόμενους που εξασκούν αυτό που αποκαλούν "διακοπές", ξανακοιτάζω τα χαρτιά μου. Θέλω να μάθω όσο περισσότερα γίνεται για τη γυναίκα που περιμένω. Την Πέρρη Σταφύλη.

 Έρχεται... Με έναν αέρα αλλοτινό. Αρχοντικό. Μιας άλλης εποχής. Τόσο που με αναγκάζει να φωνάξω το μικρό άγριο Αλβανό που σερβίρει για να αλλάξω την παραγγελία μου. Του δίνω πίσω τον εσπρέσσος και του ζητώ τώρα να πει στο μάστορα να μου φτιάξει έναν καφέ ελληνικό. Με το στυλό και τα χαρτιά που έχω μπροστά μου του κάνω σχέδια που υποδηλώνουν ότι τον θέλω φτιαγμένο στη χόβολη. "Σίγουρα", απαντάει γελώντας, και με κάνει να σκέφτομαι ότι δεν φταίει αυτός τελικά. Απλά κάποιοι είχαμε την τύχη, την ευλογία καλύτερα, να κληρονομήσουμε όλη αυτήν την μακραίωνη ιστορία, μεταμφιεσμένη σε δυο παλάμες πέτρα και φως. Α, και μην ξεχάσω το ναγό κάτω από τη γειτονιά... Η Πέρρη παραγγέλνει μια μαστίχα υποβρύχιο.

Η Πέρρη Σταφύλη είναι συγγραφέας παιδικών παραμυθιών. Το πιο δύσκολο είδος της λογοτεχνίας, ισχυρίζεται. Χρειάζεται κοφτερή ματιά, καθαρή ψυχή και πάνω απ' όλα, να μην υποτιμήσεις τον αναγνώστη (το παιδί δηλαδή, εξηγεί...). Το παιδί, συνεχίζει, είναι όπως το σκυλί. Καταλαβαίνει αμέσως ποιος έχει αγνή ψυχή και ποιος όχι. Ψυχή αγνή λοιπόν, όπως της Πέρρης, αλλά και όσων στέκονται αρωγοί στο έργο που έχει αναλάβει. Όπως ο εκδοτικός οργανισμός του ομίλου ΣΚΑΪ, που εδώ και δύο χρόνια μας φέρνει σε επαφή με τα βιβλία της.

Τη ρωτώ πώς ξεκίνησε με αυτή την ενασχόληση. Πάντοτε ήθελε να προσφέρει. Οι εργασιακές υποχρεώσεις της όμως (εδώ και 17 χρόνια είναι προϊσταμένη στην ΙΒ' ΔΟΥ Αθηνών) δεν της επέτρεπαν να αρχίσει το "ταξίδι" στις παιδικές ψυχούλες, όπως η ίδια το αποκαλεί. Όλα άλλαξαν με τη γέννηση του γιου της, Κωνσταντίνου - Ευάγγελου. Ήθελε να του προσφέρει ιστορίες και παραμύθια που όμως να μην υποτιμούν τη νοημοσύνη του. Και δυστυχώς αυτά που έχουμε ανήκουν σε μια άλλη εποχή. Έτσι άρχισε να σκαρώνει στην αρχή στιχάκια, μετά ποιηματάκια, ανέκδοτα, μέχρι που έγραψε το παραμύθι Η γνώσπη και τ' αγγέλιασμα για τις ηλικίες 3 έως 5 χρόνων. Σύντομα, όλο το Αιγάλεω (η παλιά γειτονιά της Πέρρης, τώρα μένει Φιλοθέη μαζί με τον σύζυγό της που είναι ναύαρχος εν αποστρατεία) μαζευόταν στο σπίτι της για να ακούσουν τις μοναδικές ιστορίες της. Συνέχισε με το μπεστ σέλλερ πλέον Η Χρυσάνθη στον κόσμο των κομπιούτερς όπου καταπιάστηκε με τους κινδύνους του ιντερνέτ. Ακολούθως, στην προσπάθεια να εμφυσήσει στις νέες γενιές την αξία του υγιούς ανταγωνισμού και τη σημασία της νίκης εξέδωσε το Κορμάκι γερό. Οι περιπέτειες του μικρού Απόστολου στην Ολυμπιάδα όπου σε ένα φανταστικό σκηνικό, ο μικρός Απόστολος ταξιδεύει στο χρόνο για να βρεθεί στην Αρχαία Ολυμπία και να πληροφορήσει τους Έλληνες για την ολοκληρωτική κυριαρχία των αναβολικών στο σύγχρονο αθλητισμό. Το συγκεκριμένο παραμύθι το απολαύσαμε και ως θεατρική μεταφορά πριν δύο χειμώνες στην παιδική σκηνή του θεάτρου Γκλόρια υπό τον παραλλαγμένο τίτλο Το χρυσοψαρούλι.

Εφέτος, η Πέρρη Σταφύλη επιστρέφει με την Κεφτεδένια πολιτεία, που όπως λέει η ίδια, έχει πραγματικά πολύ αστείο τίτλο. Σ' αυτό το παραμύθι, μεταφερόμαστε στο σκηνικό μιας κουζίνας, όπου όλα γίνονται άνω κάτω. Στο φανταστικό κόσμο της Πέρρης, οι κεφτέδες που είναι επιφορτισμένοι με την ευθύνη της τήρησης των νόμων, δίνουν μια ανελέητη μάχη μέχρι τελικής εξοντώσεως ενάντια στον εχθρό. Τα ανθυγιεινά φαγητά από την Κίνα και το κινέζικο. Όλα αυτά βέβαια δοσμένα μέσα από ξεκαρδιστικές καταστάσεις. "Ξέρεις κάτι;" μου λέει, "καμιά φορά γελάω και εγώ η ίδια. Αν και το απόλυτο κριτήριο είναι αν θα αρέσουν στον Κωνσταντίνο - Ευάγγελο. Ξέρεις αυτό το παιδί με έχει εκπλήξει. Ήδη γράφει τις δικές του ιστορίες. Η κεφτεδένια πολιτεία είναι δική του κατά το ήμισυ. Είναι αποτέλεσμα των πολλών ωρών που περνάμε στην κουζίνα. Γι αυτό ήθελα να προσφέρω στα παιδιά έναν πιο δημιουργικό τρόπο να προσεγγίσουν τις γεύσεις και το φαϊ".

Παρακολουθώντας την ήρεμη δύναμη της Πέρρης, θέλω να τη ρωτήσω πώς αισθάνεται εκείνη, που στέκεται στον Κωνσταντίνο - Ευάγγελο ως μητέρα και πατέρα μαζί, στην Ελλάδα της κρίσης. "Πρέπει να σου πω πως για μένα η κρίση δεν είναι οικονομική" τονίζει. "Είναι πρωτίστως κρίση αξιών. Ο Έλληνας έχει χάσει την πίστη του στο θαύμα. Ποιο είναι το θαύμα; Μα η αισιοδοξία μας φυσικά. Πού πήγε ο Έλληνας; Τον χάσαμε; Όχι. Ο Έλληνας έχει βάλει μυαλό και κατάλαβε, ότι αρκετά φωνάξαμε, αρκετά κάναμε τους καμπόσους, αρκετά ταλαιπωρήσαμε το συνάνθρωπο, αρκετά προσπαθήσαμε να επιβάλλουμε την άποψή μας σε όποιον διαφωνεί και θέλει την προκοπή. Τώρα τα κεφάλια μέσα και, μην ανησυχείτε. Κάνουμε το σωστό. Σαν το φοίνικα θα αναγεννηθούμε από τις στάχτες μας και θα δείξουμε ξανά σε όλον τον κόσμο τί μπορούμε να κάνουμε όταν έχουμε συνοχή, υπομονή και αίσθημα ευθύνης. Γιατί μην ξεχνάμε πως....    Μιά φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα μικρόοο μικρό καραβάκι που το έλεγαν Ελλάδα...  και ταξίδεψε στα πέρατα της γης μεταφέροντας μάτια μου τη φλογίτσα του, που όμως ήταν τόσο δυνατή ώστε έβαλε φωτιά απρόσβλητη σε όλο τον κόσμο...

Πέρρη, τα μαγικά σου λόγια με κάνουν και κλαίω...

Πέρρη,... καρδιά μου... Ελλάδα μου...


Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Σωτήρης Τσέρκης. Ένας αντιήρωας στην εποχή της εγκατάλειψης...




του Ρόκκου Ανκουλέ
(κείμενο που γράφτηκε τον Απρίλιο, αλλά δεν δημοσιεύτηκε γιατί ο Ρόκκος το ξέχασε)




Απρίλιος 2012. Μεγάλη Παρασκευή στο Θολό Μεσσηνίας.

Μια ακαθόριστη δύναμη με σπρώχνει σ' αυτόν τον ευλογημένο τόπο, σ' αυτήν την πανέμορφη γωνιά της Ελλαδίτσας μας. Όλη αυτή η κατάσταση με τη Μέρκελ, την κρίση, τους αετονύχηδες που πλούτισαν εν μια νυκτί αλλά ποτέ δεν έφεραν πίσω τα κλεμμένα, θαρρείς μας σπρώχνει σε πιο γνήσιες εμπειρίες.

Αυτήν την εποχή ανθίζουν οι φυστικιές. Το άρωμά τους σε τυλίγει θυμίζοντάς σου ότι φτάνεις στο Θολό. Πολλές οι ερμηνείες για το όνομά του. Κάποιοι ντόπιοι λένε ότι έρχεται κατ' ευθείαν από την αρχαιότητα, ως μια παραλλαγμένη εκδοχή του Ακάλθανος, όπως λεγόταν η ευρύτερη περιοχή, σύμφωνα με ερμηνείες. Άλλοι ισχυρίζονται ότι αναφέρεται στον πρώτο τσιφλικά της περιοχής, τον Ιταλό έμπορα και περιηγητή Bonjatοlli, τον οποίο, ένας ξεχασμένος θρύλος θέλει να αγάπησε όσο τίποτα αυτό το χωριό και τους ανθρώπους του. Έχτισε μάλιστα, λένε, ένα από τα πιο περίλαμπρα κάστρα αλλά και ικανές εγκαταστάσεις για τους κατοίκους του, που όμως τίποτα απ' αυτά δεν σώζεται, δυστυχώς. Υπάρχουν φυσικά και οι ποιητές. Αυτοί ισχυρίζονται ότι η ονομασία του χωριού οφείλεται σε ένα σπάνιο φαινόμενο που γίνεται αντιληπτό μόνο μια φορά το χρόνο. Λίγο πριν το θερινό ηλιοστάσιο, το χάραμα, στην πάνω βρύση του χωριού εμφανίζονται οι "πουσαβρούτσες", τοπική ονομασία για τις νεράιδες. Αυτές, εμφανίζονται στον εκλεκτό οδοιπόρο που θα σταματήσει να πιει νερό στη βρύση, εάν η ψυχή του είναι καλή, και τον τυλίγουν στην άχλη τους (εξ' ου και "θολό") τραγουδώντας του μελωδίες απόκοσμες. Είναι πολύ τυχερός όποιος καταφέρει να ζήσει αυτήν την καθαρτική εμπειρία. Μάλιστα οι γεροντότεροι, πριν πεθάνουν συνήθιζαν να ιχυρίζονται ότι γνώρισαν κάποτε ένα παλικάρι από διπλανό χωριό που συνάντησε τις πουσαβρούτσες. Είχε μάλιστα γραφτεί και ένα τραγούδι που κανείς δεν θυμάται πια. Μήπως, σκέφτομαι εγώ, η ερμηνεία για το όνομα του χωριού δεν είναι κάποια απ' αυτές, αλλά όλες μαζί; Μμμ.... μάλλον.

Διασχίζω τον απέραντο θολό βάλτο που περικλείει το χωριό, πάνω στην παλιά ξύλινη γέφυρα. Ό,που να 'ναι φτάνω. Και τότε τον βλέπω. Μια γνώριμη φιγούρα που σεργιανά πάνω την ξύλινη γέφυρα. Είναι ο Σωτήρης ο Τσέρκης, ο άνθρωπος που συγκλόνισε την Ελλάδα και το Εξωτερικό πριν δύο χρόνια, μέσα από την εξομολόγησή, του στο ντοκιμαντέρ του Τάσσου Σώντερς "Τόπων Μύστες".

Σταματώ το αυτοκίνητο δίπλα του. "Σωτήρη..."
Κοντοστέκεται. Κάνει να σκύψει, με το χαρακτηριστικό τρόπο που οι άνθρωποι της επαρχίας σκύβουν "μέσα" στα αυτοκίνητα και μου δίνει και τα δύο του χέρια, ενώ παράλληλα μου λέει κάτι που δεν το καταλαβαίνω. Ανοίγω το παράθυρο να τον ακούσω. Γελάει ενώ τα τραχειά του χέρια δεν αφήνουν το παράθυρο να κατέβει. Βγαίνω έξω. Έχουμε να πούμε τόσα πολλά.

Ψηλός, με μακρυά μαλλιά και σχεδόν στρατιωτικό παράστημα. Έτσι, λέω, θα 'ταν και ο προπάππος του, ο προπάππος όλων μας, Κολοκοτρώνης, αν ζούσε σήμερα. Του το αναφέρω. Ναι, λέει και με κοιτάζει. Αποφασίζουμε να πιούμε έναν καφέ ελληνικό στο καφενείο του χωριού. Βάζω μπρος το αυτοκίνητο και ξεκινάμε. Τα πρώτα σπίτια αρχίζουν να αχνοφαίνονται. Γιαγιούλες, όμορφες σαν το θάνατο κάθονται στα καρεκλάκια δεξιά και αριστερά του δρόμου. Να η πλατεία στο βάθος. Παρατηρώ μαγεμένος την καταπληκτική λαϊκή αρχιτεκτονική των σπιτιών. Τα πιο πολλά είναι από τη δεκαετία του '80. Πού και πού ρίχνω καμιά κλεφτή ματιά στον καθρέφτη, ίσα για να σιγουρευτώ ότι ο Σωτήρης τρέχει από πίσω μου. Κουκκίδα πια, αλλά εκεί... ο άτιμος.


Παραγγέλνω καφέ, έτσι όπως ξέρω ότι τον παραγγέλνουν σ' αυτά τα μέρη. Έναν ελληνικό λέω, και νεράκι!  Σε λίγη ώρα βρίσκομαι να πίνω τον ωραιότερο καφέ ελληνικό, κάτω απ' τον ίσκιο του Πλάτανου. Στα αυτιά μου ακούω κλαρίνο. Μόνο που κλαρίνο δεν υπάρχει... Ακούω τον ήχο από το ξεχασμένο ρυάκι. Να, και οι κοπέλες με τα σταμνιά. Βυθίζομαι στη φαντασίωση όταν με διακόπτει ο Σωτήρης, που εν τω μεταξύ έφτασε.

Να σε κεράσω κάτι; Νερό; ρωτάω. Μα, αν πιω νερό τώρα θα ψοφήσω. Τσίπουρο. απαντάει.
Τον ρωτάω αν άλλαξε η ζωή του μετά το ντοκιμαντέρ.
Ξέρεις κάτι; μου απαντά, δεν το έχω δει. Δεν πιάνουμε όλα τα κανάλια. Ήταν καλό;
Του απαντάω ότι χάλασε ο κόσμος. Και ο ίδιος ήταν κούκλος. Γελάει... Γέλα Σωτήρη μου...
Βγάζω το Macbook pro και του καίω ένα dvd, ενώ την ίδια ώρα κάποια παιδιά με μηχανάκια περνούν και του φωνάζουν κάτι. Τους γνέφει κάτι σαν "Αύριο, αύριο".

Τώρα είμαι καλά, συνεχίζει. Ο δήμαρχος του έχει αναθέσει ένα από τα κορυφαία πόστα στα πολιτιστικά του δήμου. Αύριο (Μεγάλο Σάββατο) θα είναι υπεύθυνος για τα δυναμιτάκια που θα πέσουν στην Ανάσταση. Μου εξηγεί με λαχτάρα, πόσο καλά προετοιμασμένος πρέπει να είναι. Πρέπει να κρατήσει τις ισορροπίες. Να προστατεύσει τα μικρά παιδιά και τους γέροντες, αλλά ταυτόχρονα να σκάει τα μεγαλύτερα και τα πιο ηχηρά. Θα φοράει τα κυνηγετικά του...  Και δεν είναι το μόνο πόστο. Τα απογεύματα, εθελοντικά, κάθεται στον κεντρικό δρόμο του χωριού και τσεκάρει αυτοκίνητα. Καμιά φορά σταματάει κανένα και τους δίνει λάθος πληροφορίες, όπως απαιτεί η τοπική παράδοση. Και ο Σωτήρης τιμάει τις παραδόσεις όσο κανένας.

Η ζωή για τον Σωτήρη τον Τσέρκη συνεχίζει σε αργούς ρυθμούς. Δεν δουλεύει πια στα χωράφια του κυρ Γιάννη του Μπίμπου. Το χωριό άνοιξε την αγκαλιά του και τον δέχτηκε με στοργή. Τώρα πια σκάβει στα χωράφια όλων. Μένει στο παλιό πατρικό του. Χρειάστηκε βέβαια να κάνει τις απαραίτητες εργασίες αναστήλωσης, ώστε να είναι κατοικίσιμο. Έφτιαξε ένα σκαλοπάτι που έσπασε, της εξωτερικής ξύλινης σκάλας λέει, και τώρα είναι κούκλα.

Θα ήθελα να σε φωτογραφήσω εκεί. Δεν θα μου χαλάσεις χατίρι; Ξεκινάμε. Γελάει όλη την ώρα της φωτογράφησης. Συνεργάζεται. Μου προτείνει να τον φωτογραφήσω στη βρύση του χωριού.
Θα δούμε και νεράιδες; ρωτώ
Αμα είσαι καλό παιδί, απαντά σχεδόν παιδικά.

Ξάφνου, η φωτογράφιση διακόπτεται όταν σταματά μπροστά μας ένα αγροτικό. Ταράζεται
Θα σε δώ στην ανάσταση, μου λέει κοφτά και δίνει ένα σάλτο να ανέβει μονομιάς στην καρότσα. Είναι κι άλλοι εκεί. Κατεβαίνουν. Τον σηκώνουν από χάμω. Δε χτύπησα πολύ, φωνάζει πνιχτά. Μονάχα που δε νιώθω το πόδι μου... Πάω κοντά. Κάποιος με κρατά σε απόσταση. Εντάξει είναι... μου λέει. Τον απιθώνουν στην καρότσα. Καθώς το φορτηγάκι απομακρύνεται, βλέπω το χέρι του να σηκώνεται και να μου γνέφει.

Γεια σου Σωτήρη! Γεια σου μάτια μου! Θα σε δώ αύριο! Στην Ανάσταση!...  Το dvd!....  δεν το πήρε....




 Απρίλιος 2012. Ανάσταση στο Θολό Μεσσηνίας.


 Όλο το χωριό φοράει τα καλά του. Να και ο μεγάλος τελετάρχης με τα δυναμιτάκια. Φοράει όντως κυνηγετικά. Είναι ψηλός. Τα παιδιά έχουν κάνει έναν κλοιό γύρω. Αυτός τα διώχνει, σκάζοντάς τους γουρούνες στη μούρη. Πανζουρλισμός. Έρχεται κοντά μου.

Δεν είναι ο Σωτήρης....

Ρωτώ, τί έγινε ο Σωτήρης;...μα δε μου απαντά κανείς... Σκύβουν τα πρόσωπα, γυρνούν και φιλιούνται μεταξύ τους. Να και μια γνωστή φιγούρα. Βέβαια. Ήταν χθες στο φορτηγάκι. Αυτός που με καθησύχασε. Με γνωρίζει. Πάω προς το μέρος του. Τον ρωτάω με τα μάτια. Δακρυσμένα.

"Καλή Ανάσταση, ρε... " μου απαντάει και με χτυπάει στην πλάτη.

Μένω στη μέση του περίβολου της εκκλησίας μέχρι το ξημέρωμα κλαίγοντας. Κοιτάζω τον ουρανό.
Μαγκίτη... ψελλίζω. Ο ουρανός μ' ακούει και αρχίζει να κλαίει μαζί μου. Μια τραχειά αντρική φωνή από ένα μπαλκόνι ακούγεται να λέει: "Γαμώ το Χριστό μου, αύριο θα ψήσουμε μέσα..."







Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Ριάλιτι



  Μετά από 2 χρόνια δικαστικών διαμαχών, αποχωρήσεων μελών και πισώπλατων μαχαιρωμάτων, η κοοπερατίβα Μετέχνιο αποφάσισε να δώσει στη δημοσιότητα ό,τι απέμεινε από το φιλόδοξο σχέδιο "Ριάλιτι". Επρόκειτο για την καταγραφή στο φίλμ της μακράς διαδικασίας δημιουργίας μιας ταινίας. Το "Ριάλιτι" ήταν σχεδιασμένο να καταγράψει το δημιουργικό παλμό της ομάδας, όσο και τη διαδικασία της γέννησης ενός αριστουργήματος και γιατί όχι, να χρησιμεύσει ως μια κληρονομιά στις επερχόμενες γεννιές "καλλιτεχνών" για να τους πει απλά: "Ζήσαμε, μάγκες, ζήσαμε..."

Φευ...





Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Ελληνική Αποκριά




  Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, η υπέροχη παράδοση του τόπου μας ξαναζωντανεύει και μας αποκαλύπτει έθιμα που μας γυρνούν σε παλιότερες μαγκανίες ευλογίας της γης και της γονιμότητας. Στα χωριουδάκια της Μεσσηνίας που περιηγηθήκαμε, τη Βλαχάβα, το Μαλακάσι, την Πουλού, το Λιόπρασο και τον Παπαδόκαμπο, αναβιώνει το έθιμο των Κουρμπανιών. Η Παναγιά η Πουλού ευλογεί τη σπορά και οι νέοι (τα Κουρμπάνια) που θα σπείρουν το στάρι, γονατίζουν στο χωράφι και πισθάγκωνα δεμένοι σκάβουν με τα δόντια τους μέσα στο χώμα, ψάχνοντας το κρυμμένο δόντι του γαϊδάρου. Οι κυρίες της εκκλησίας αποβραδίς το έχουν θάψει στο χώμα. Ό,ποιο Κουρμπάνι (αγόρι) το βρει, θεωρείται ότι θα έχει καλή σοδειά, οπότε μεγάλο πανηγύρι ξεκινά, με τη γηραιότερη γυναίκα του χωριού να ανταμείβει συμβολικά το νικητή, προσφέροντας του το γκάρκανο, ένα βραστό αυγό που φέρνει από το σπίτι της.

  Ο συμβολισμός των παραπάνω βρίσκεται ανάμεσα σε ένα σωρό υποθέσεις, όλες μαγευτικά μπερδεμένες και γλυκά ανεξήγητες. Το γκάργκανο, λέει, συμβολίζει τη νέα ζωή που προσφέρεται από την ώριμη εκδήλωσή της, με άλλα λόγια, το ωάριο της γριάς κηρύσσει την αναγέννηση της φύσης. Το δόντι του γαϊδουριού συμβολίζει το αλέτρι που μπαίνει βαθειά στη γης και τη σκάφτει. Το γαϊδούρι είναι το ζώο που ακούραστα και χωρίς παράπονο σέρνει το αλέτρι. Ένα γερό δόντι γαϊδουριού σημαίνει καλός σπόρος στη γή. Κάπως έτσι προέκυψε και το παραδοσιακό τραγούδι που φωνάζουν οι νέοι γύρω απ' τη γριά, μετά το πέρας του εθίμου.

Γερό το δόντι, Προύχοντα
της πέτρας καραβούνι
γυρόβολο, τριόβολο
και στάρι φυτρωμένο
να δώσω στη γριά να πιει
το δόντι να αλέσει.
Τον Κύριο δοξάζουμε
Κυρά που τον κρατάει.


  Συχνά δε, τα τελευταία χρόνια ακολουθεί γαϊδουροδρομία, πάλη, καθώς και η περιφορά του “Μπέη” ή “Τζάρου”, όπου κατά τη διάρκειά της, ο πιο πλακατζής του χωριού, προξενεύει τους συγχωριανούς του, καταπώς του 'ρχεται στο μυαλό του, σκανδαλίζοντας με χιούμορ τους κατοίκους του χωριού, κάνοντάς τους να ξεχάσουν τα βάσανά τους για όλο τον υπόλοιπο χρόνο.

  Βέβαια, η Αποκριά των Ελλήνων, δεν στέκεται μόνο στην παράδοση, καθώς πολυάριθμα καρναβάλια σε διάφορες πόλεις έρχονται να μας προσφέρουν μια γεύση από Βραζιλία, με προεξάρχον το διεθνούς φήμης Καρναβάλι της Πάτρας, το οποίο μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι είναι εφάμιλλο (εαν όχι καλύτερο) των ανώτερων ευρωπαϊκών.