Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Σωτήρης Τσέρκης. Ένας αντιήρωας στην εποχή της εγκατάλειψης...




του Ρόκκου Ανκουλέ
(κείμενο που γράφτηκε τον Απρίλιο, αλλά δεν δημοσιεύτηκε γιατί ο Ρόκκος το ξέχασε)




Απρίλιος 2012. Μεγάλη Παρασκευή στο Θολό Μεσσηνίας.

Μια ακαθόριστη δύναμη με σπρώχνει σ' αυτόν τον ευλογημένο τόπο, σ' αυτήν την πανέμορφη γωνιά της Ελλαδίτσας μας. Όλη αυτή η κατάσταση με τη Μέρκελ, την κρίση, τους αετονύχηδες που πλούτισαν εν μια νυκτί αλλά ποτέ δεν έφεραν πίσω τα κλεμμένα, θαρρείς μας σπρώχνει σε πιο γνήσιες εμπειρίες.

Αυτήν την εποχή ανθίζουν οι φυστικιές. Το άρωμά τους σε τυλίγει θυμίζοντάς σου ότι φτάνεις στο Θολό. Πολλές οι ερμηνείες για το όνομά του. Κάποιοι ντόπιοι λένε ότι έρχεται κατ' ευθείαν από την αρχαιότητα, ως μια παραλλαγμένη εκδοχή του Ακάλθανος, όπως λεγόταν η ευρύτερη περιοχή, σύμφωνα με ερμηνείες. Άλλοι ισχυρίζονται ότι αναφέρεται στον πρώτο τσιφλικά της περιοχής, τον Ιταλό έμπορα και περιηγητή Bonjatοlli, τον οποίο, ένας ξεχασμένος θρύλος θέλει να αγάπησε όσο τίποτα αυτό το χωριό και τους ανθρώπους του. Έχτισε μάλιστα, λένε, ένα από τα πιο περίλαμπρα κάστρα αλλά και ικανές εγκαταστάσεις για τους κατοίκους του, που όμως τίποτα απ' αυτά δεν σώζεται, δυστυχώς. Υπάρχουν φυσικά και οι ποιητές. Αυτοί ισχυρίζονται ότι η ονομασία του χωριού οφείλεται σε ένα σπάνιο φαινόμενο που γίνεται αντιληπτό μόνο μια φορά το χρόνο. Λίγο πριν το θερινό ηλιοστάσιο, το χάραμα, στην πάνω βρύση του χωριού εμφανίζονται οι "πουσαβρούτσες", τοπική ονομασία για τις νεράιδες. Αυτές, εμφανίζονται στον εκλεκτό οδοιπόρο που θα σταματήσει να πιει νερό στη βρύση, εάν η ψυχή του είναι καλή, και τον τυλίγουν στην άχλη τους (εξ' ου και "θολό") τραγουδώντας του μελωδίες απόκοσμες. Είναι πολύ τυχερός όποιος καταφέρει να ζήσει αυτήν την καθαρτική εμπειρία. Μάλιστα οι γεροντότεροι, πριν πεθάνουν συνήθιζαν να ιχυρίζονται ότι γνώρισαν κάποτε ένα παλικάρι από διπλανό χωριό που συνάντησε τις πουσαβρούτσες. Είχε μάλιστα γραφτεί και ένα τραγούδι που κανείς δεν θυμάται πια. Μήπως, σκέφτομαι εγώ, η ερμηνεία για το όνομα του χωριού δεν είναι κάποια απ' αυτές, αλλά όλες μαζί; Μμμ.... μάλλον.

Διασχίζω τον απέραντο θολό βάλτο που περικλείει το χωριό, πάνω στην παλιά ξύλινη γέφυρα. Ό,που να 'ναι φτάνω. Και τότε τον βλέπω. Μια γνώριμη φιγούρα που σεργιανά πάνω την ξύλινη γέφυρα. Είναι ο Σωτήρης ο Τσέρκης, ο άνθρωπος που συγκλόνισε την Ελλάδα και το Εξωτερικό πριν δύο χρόνια, μέσα από την εξομολόγησή, του στο ντοκιμαντέρ του Τάσσου Σώντερς "Τόπων Μύστες".

Σταματώ το αυτοκίνητο δίπλα του. "Σωτήρη..."
Κοντοστέκεται. Κάνει να σκύψει, με το χαρακτηριστικό τρόπο που οι άνθρωποι της επαρχίας σκύβουν "μέσα" στα αυτοκίνητα και μου δίνει και τα δύο του χέρια, ενώ παράλληλα μου λέει κάτι που δεν το καταλαβαίνω. Ανοίγω το παράθυρο να τον ακούσω. Γελάει ενώ τα τραχειά του χέρια δεν αφήνουν το παράθυρο να κατέβει. Βγαίνω έξω. Έχουμε να πούμε τόσα πολλά.

Ψηλός, με μακρυά μαλλιά και σχεδόν στρατιωτικό παράστημα. Έτσι, λέω, θα 'ταν και ο προπάππος του, ο προπάππος όλων μας, Κολοκοτρώνης, αν ζούσε σήμερα. Του το αναφέρω. Ναι, λέει και με κοιτάζει. Αποφασίζουμε να πιούμε έναν καφέ ελληνικό στο καφενείο του χωριού. Βάζω μπρος το αυτοκίνητο και ξεκινάμε. Τα πρώτα σπίτια αρχίζουν να αχνοφαίνονται. Γιαγιούλες, όμορφες σαν το θάνατο κάθονται στα καρεκλάκια δεξιά και αριστερά του δρόμου. Να η πλατεία στο βάθος. Παρατηρώ μαγεμένος την καταπληκτική λαϊκή αρχιτεκτονική των σπιτιών. Τα πιο πολλά είναι από τη δεκαετία του '80. Πού και πού ρίχνω καμιά κλεφτή ματιά στον καθρέφτη, ίσα για να σιγουρευτώ ότι ο Σωτήρης τρέχει από πίσω μου. Κουκκίδα πια, αλλά εκεί... ο άτιμος.


Παραγγέλνω καφέ, έτσι όπως ξέρω ότι τον παραγγέλνουν σ' αυτά τα μέρη. Έναν ελληνικό λέω, και νεράκι!  Σε λίγη ώρα βρίσκομαι να πίνω τον ωραιότερο καφέ ελληνικό, κάτω απ' τον ίσκιο του Πλάτανου. Στα αυτιά μου ακούω κλαρίνο. Μόνο που κλαρίνο δεν υπάρχει... Ακούω τον ήχο από το ξεχασμένο ρυάκι. Να, και οι κοπέλες με τα σταμνιά. Βυθίζομαι στη φαντασίωση όταν με διακόπτει ο Σωτήρης, που εν τω μεταξύ έφτασε.

Να σε κεράσω κάτι; Νερό; ρωτάω. Μα, αν πιω νερό τώρα θα ψοφήσω. Τσίπουρο. απαντάει.
Τον ρωτάω αν άλλαξε η ζωή του μετά το ντοκιμαντέρ.
Ξέρεις κάτι; μου απαντά, δεν το έχω δει. Δεν πιάνουμε όλα τα κανάλια. Ήταν καλό;
Του απαντάω ότι χάλασε ο κόσμος. Και ο ίδιος ήταν κούκλος. Γελάει... Γέλα Σωτήρη μου...
Βγάζω το Macbook pro και του καίω ένα dvd, ενώ την ίδια ώρα κάποια παιδιά με μηχανάκια περνούν και του φωνάζουν κάτι. Τους γνέφει κάτι σαν "Αύριο, αύριο".

Τώρα είμαι καλά, συνεχίζει. Ο δήμαρχος του έχει αναθέσει ένα από τα κορυφαία πόστα στα πολιτιστικά του δήμου. Αύριο (Μεγάλο Σάββατο) θα είναι υπεύθυνος για τα δυναμιτάκια που θα πέσουν στην Ανάσταση. Μου εξηγεί με λαχτάρα, πόσο καλά προετοιμασμένος πρέπει να είναι. Πρέπει να κρατήσει τις ισορροπίες. Να προστατεύσει τα μικρά παιδιά και τους γέροντες, αλλά ταυτόχρονα να σκάει τα μεγαλύτερα και τα πιο ηχηρά. Θα φοράει τα κυνηγετικά του...  Και δεν είναι το μόνο πόστο. Τα απογεύματα, εθελοντικά, κάθεται στον κεντρικό δρόμο του χωριού και τσεκάρει αυτοκίνητα. Καμιά φορά σταματάει κανένα και τους δίνει λάθος πληροφορίες, όπως απαιτεί η τοπική παράδοση. Και ο Σωτήρης τιμάει τις παραδόσεις όσο κανένας.

Η ζωή για τον Σωτήρη τον Τσέρκη συνεχίζει σε αργούς ρυθμούς. Δεν δουλεύει πια στα χωράφια του κυρ Γιάννη του Μπίμπου. Το χωριό άνοιξε την αγκαλιά του και τον δέχτηκε με στοργή. Τώρα πια σκάβει στα χωράφια όλων. Μένει στο παλιό πατρικό του. Χρειάστηκε βέβαια να κάνει τις απαραίτητες εργασίες αναστήλωσης, ώστε να είναι κατοικίσιμο. Έφτιαξε ένα σκαλοπάτι που έσπασε, της εξωτερικής ξύλινης σκάλας λέει, και τώρα είναι κούκλα.

Θα ήθελα να σε φωτογραφήσω εκεί. Δεν θα μου χαλάσεις χατίρι; Ξεκινάμε. Γελάει όλη την ώρα της φωτογράφησης. Συνεργάζεται. Μου προτείνει να τον φωτογραφήσω στη βρύση του χωριού.
Θα δούμε και νεράιδες; ρωτώ
Αμα είσαι καλό παιδί, απαντά σχεδόν παιδικά.

Ξάφνου, η φωτογράφιση διακόπτεται όταν σταματά μπροστά μας ένα αγροτικό. Ταράζεται
Θα σε δώ στην ανάσταση, μου λέει κοφτά και δίνει ένα σάλτο να ανέβει μονομιάς στην καρότσα. Είναι κι άλλοι εκεί. Κατεβαίνουν. Τον σηκώνουν από χάμω. Δε χτύπησα πολύ, φωνάζει πνιχτά. Μονάχα που δε νιώθω το πόδι μου... Πάω κοντά. Κάποιος με κρατά σε απόσταση. Εντάξει είναι... μου λέει. Τον απιθώνουν στην καρότσα. Καθώς το φορτηγάκι απομακρύνεται, βλέπω το χέρι του να σηκώνεται και να μου γνέφει.

Γεια σου Σωτήρη! Γεια σου μάτια μου! Θα σε δώ αύριο! Στην Ανάσταση!...  Το dvd!....  δεν το πήρε....




 Απρίλιος 2012. Ανάσταση στο Θολό Μεσσηνίας.


 Όλο το χωριό φοράει τα καλά του. Να και ο μεγάλος τελετάρχης με τα δυναμιτάκια. Φοράει όντως κυνηγετικά. Είναι ψηλός. Τα παιδιά έχουν κάνει έναν κλοιό γύρω. Αυτός τα διώχνει, σκάζοντάς τους γουρούνες στη μούρη. Πανζουρλισμός. Έρχεται κοντά μου.

Δεν είναι ο Σωτήρης....

Ρωτώ, τί έγινε ο Σωτήρης;...μα δε μου απαντά κανείς... Σκύβουν τα πρόσωπα, γυρνούν και φιλιούνται μεταξύ τους. Να και μια γνωστή φιγούρα. Βέβαια. Ήταν χθες στο φορτηγάκι. Αυτός που με καθησύχασε. Με γνωρίζει. Πάω προς το μέρος του. Τον ρωτάω με τα μάτια. Δακρυσμένα.

"Καλή Ανάσταση, ρε... " μου απαντάει και με χτυπάει στην πλάτη.

Μένω στη μέση του περίβολου της εκκλησίας μέχρι το ξημέρωμα κλαίγοντας. Κοιτάζω τον ουρανό.
Μαγκίτη... ψελλίζω. Ο ουρανός μ' ακούει και αρχίζει να κλαίει μαζί μου. Μια τραχειά αντρική φωνή από ένα μπαλκόνι ακούγεται να λέει: "Γαμώ το Χριστό μου, αύριο θα ψήσουμε μέσα..."