Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Άν ερχόσουν...

του Γιώργου Παπαδάτου




Ο Γιώργος Παπαδάτος είναι ένας από τους σημαντικότερους εφοπλιστές της Μεσογείου. Διαθέτει στόλο 28 πλοίων και αντιπροσωπεύει τη νέα γενιά Ελλήνων που διακρίνονται διεθνώς. Γόνος οικογένειας εφοπλιστών. Παρ' όλα αυτά, ποτέ ο Παπαδάτος δεν επαναπαύθηκε στη σιγουριά του ονόματός του. Είναι άλλωστε γνωστό πως φοίτησε σε δημόσιο σχολείο, όχι φυσικά... λόγω χρημάτων (ή έλλειψής τους), ενώ ο πατέρας του τον έστειλε πρώτα να εργαστεί σε εταιρίες ξένων συμφερόντων για να γνωρίσει με αυτόν τον τρόπο τί σημαίνει σκληρή ζωή και εργασία. 

Οι αγάπες του Παπαδάτου είναι δύο (3). Ο Ολυμπιακός και η -εδώ και 9 χρόνια αγνοούμενη- γυναίκα του, Μαρία, η οποία χάθηκε μυστηριωδώς σε ένα ταξίδι - αστραπή του ζευγαριού στη Σουηδία. Ο Παπαδάτος ποτέ δεν έκρυψε τον τεράστιο πόνο του, ενώ στενοί συνεργάτες του αναφέρουν ότι τα βράδια κάθεται στο γραφείο του μόνος, με ένα κομμάτι χαρτί και ένα μολύβι και γράφει σ' εκείνη. Γράφει με την ελπίδα -σωστή φωτιά που σιγοκαίει του τα σωθικά θα την έλεγες- πως κάποια αόρατη συμπαιγνία των άστρων θα στείλει σαν αεροφύσημα τα λόγια του στη Μαρία. Και θα συνεχίσει να το κάνει, διάολε, ως τη μέρα που εκείνη θα φανεί μπροστά του και θα του απλώσει το χέρι...

Ένα από αυτά τα γράμματα επέλεξε ο Παπαδάτος για να δημιουργήσει αυτό το βίντεο (είναι γνωστό στους κύκλους του πως ασχολείται με το Wavelab και το Premiere). Ο ίδιος απαγγέλει πάνω στην υπέροχη μουσική του Κώστα Χατζή, ενώ έχει επιμεληθεί και το βίντεο το οποίο έχει φτιάξει σύμφωνα με τον μοντέρνο τρόπο οπτικοποίησης τραγουδιών που κυριαρχεί στο Youtube. Ή μήπως το πήγε λίγο παραπέρα; 

Η απάντηση δική σας...

Γ.Π.









Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

Μπιλιμπόη Part 5 και τελευταίο



Όσοι φίλοι δεν έχουν παρακολουθήσει το διήγημα "Μπιλιμπόη" από την αρχή, μπορούν να ξεκινήσουν από το Part 1 .






Εκείνη τη στιγμή ο Αλμπίνος βρισκόταν 200 μέτρα πιο πέρα, σε ένα λοξό δρομάκι που κατέληγε στην κεντρική πλατεία του χωριού – αγνώριστη σήμερα, έτσι γεμάτη με παρδαλές παράγκες σακάτηδων γελωτοποιών. Έχει έρθει όπως κάθε χρόνο στο πανηγύρι, και νάτος που βγαίνει σκασμένος στα γέλια από το αγαπημένο του σόου: τον μοναδικό Κίπεριτ Κέην. Νωρίτερα, είχε παρευρεθεί –και ξεκαρδιστεί- σε κάμποσα άλλα νούμερα: το παιδί με το χέρι-γάτα, την απέθαντη γιαγιά λουκουμά, το κορίτσι χωρίς πρόσωπο αλλά με τον πιο απίθανο κώλο και πλήθος άλλων εξαναγκασμένων δύστυχων υπάρξεων, γελοία θεάματα που διασκεδάζουν τις μάζες των αγράμματων, κουτοπόνηρων χωρικών.

Τί κέφι!

Το χωριό όλο γιορτάζει. Οι γουρουνοπούλες τεμαχίζουν η μία την άλλη στους έξι πάγκους που έχουν στηθεί στο κέντρο. Πιάτα, χαρτοπετσέτες και τσέπες γεμίζουν με μοσχοψημένο κρέας, τα φρικιά γρυλλίζουν στα κλουβιά και τους χαλκάδες τους, οι προσβολές και οι ροχάλες πάνε σύννεφο, οι χωρικοί βρίζουν και μασάνε και γελάνε, κατά περίεργο αλλά πολύ ευχάριστο τρόπο οι μισές κυρίες είναι πανέμορφες, μα εξίσου χοντροκομμένες και εριστικές, πλούσια στήθη σε απαίσια φορέματα μια χαρά, μόνο μην ανοίξουν το στόμα τους, όλοι περνούν καλά.

Μια γριά φορτωμένη ξύλα στην πλάτη καταφτάνει λαχανιασμένη και πριν προλάβει να φρενάρει συγκρούεται με δύναμη με το παιδί λαγόψαρο, aka Τίμπεριτ Κνόσετ.

Καμία αναστάτωση στις τάξεις των εκλεκτών προσκεκλημένων. Χαμπάρι δεν έχουν πάρει. Αυτή τη στιγμή άλλωστε κορυφώνεται το νούμερο του ιδιοφυούς παιδιού-ικέα. Είναι η στιγμή που ο αλμπίνος βγαίνει από την μαγική τέντα του Κίπεριτ Κέην, το μάτι του πέφτει αμέσως στη σφοδρότατη σύγκρουση (αυτουνού δεν του ξεφεύγει τίποτα) και τρέχει να βοηθήσει τον Κνόσετ, παλιό τρόφιμο του δημοτικού ενυδρείου. Ο Μπιλημπόης-γριά αντιλαμβάνεται την παρουσία του Πατέρα, διατηρεί την ψυχραιμία του, η μεταμφίεσή του είναι άψογη, δεν πρέπει να τα τινάξει τώρα όλα στον αέρα. Διάολε όχι τώρα.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι ο Μπιλημπόης διαθέτει κάποιου είδους σχέδιο. Όπως ο μέσος αναγνώστης θα έχει ήδη αντιληφθεί, η κατάστρωση οποιουδήποτε σχεδίου είναι πολύ πέρα από τις πνευματικές δυνατότητες του φίλου μας. Μα όσο του λείπει σε μυαλό (όλο) τόσο γεμάτος είναι από έρωτα και ακατάβλητη αποφασιστικότητα. Σήμερα είναι η μέρα του. Είναι η μέρα των παιδιών που τους απαγόρεψαν να παίζουν, των ερωτευμένων που τους απαγόρεψαν να κλαίνε, των στιγμών που δεν έγιναν γεγονότα, των καρπών που έμειναν για πάντα μέσα στη γη, των μοναχικών άστρων, του μοναχικού πότη στην ταβέρνα.

Καθώς ο αλμπίνος τείνει χείρα βοηθείας προς το λαγόψαρο, ο Μπιλιμπόης ορμά με εκρηκτική ταχύτητα και αρπάζει το χέρι του Πατέρα ανάμεσα στην τσακισμένη γνάθο και την κακοσχηματισμένη σιαγώνα του, ο Πατέρας βγάζει ένα διαπεραστικό γάβγισμα – όλοι γυρνούν. Ο τεράστιος προβολέας είναι στραμμένος τώρα πάνω τους, μια γριά φορτωμένη καυσόξυλα να δαγκώνει έναν αλμπίνο και το λαγόψαρο να σπαρταρά, κάποιοι ήδη βάζουν στοιχήματα, οι κυρίες σέρνουν τον όχλο που κυκλώνει το περίεργο τρίο πανηγυρίζοντας, ο αλμπίνος ουρλιάζει και κλαίει, το σαγόνι του Μπιλιμπόη έχει κλειδώσει με το χέρι μέσα, το ξύλα αναπηδούν στη ράχη του καθώς μασά ρυθμικά τον Πατέρα. Τυφλό μίσος-εκδίκηση, είναι ο απαγορευμένος έρωτας που διπλαμπαρώνει το σαγόνι του, οι τόσες και τόσες νύχτες μοναξιάς, μα κι αυτό υποχωρεί, θέλει μόνο να του φάει το χέρι, μία συστάδα μυών έχει αποκολληθεί, το παιδί-λαγόψαρο ασθμαίνει μέσα από τα βράγχια του, ο Πατέρας το πατά και το λιώνει κατά λάθος, ξαφνικά μια φωνή σταματά τη δράση – είναι η Μιράντα.

‘Άσε τον μπαμπάκο μου!’, ‘καλέ μπαμπάκο θα σου βάλω μπεταντίν’, ‘με αυτά που κάνεις χάνεις και το δίκιο σου αγάπη μου’.   

Μα το σαγόνι δεν ανοίγει πια, το χέρι αποκολλάται και ο πατέρας εκτινάσσεται προς τα πίσω και προσγειώνεται λιπόθυμος. Ο Μπιλιμπόης μένει με το χέρι στο στόμα να κοιτά αποσβολωμένος τη Μιράντα - ξεφορτώνεται τα ξύλα, την αρπάζει απ’ το χέρι και αρχίζουν να τρέχουν – τρέχουν δίχως να κοιτούν πίσω. Καθώς επιταχύνουν ιδροκοπάϊν, η Μιράντα ψελλίζει ‘το χεράκι του μπαμπάκου’ και με λυγμούς επαναλαμβάνει την τελευταία λέξη: ‘του μπαμπάκου’. Οι παραφουσκωμένοι από τη γουρουνοπούλα χωρικοί εγκαταλείπουν ξερνώντας την καταδίωξη λίγα μέτρα παρακάτω, και το ζεύγος καταφεύγει με ασφάλεια στις παρυφές του δάσους που περικλείει το χωριό.


Φτάνοντας στη σπηλιά, το σαγόνι του Μπιλιμπόη επιτέλους χαλαρώνει και το κατάλευκο χέρι πέφτει στο χώμα. Τα ρουθούνια του Κεραυνού τρεμοπαίζουν, γυρνά προς το κομμένο μέλος και βγάζει ένα σπιρτόζικο χλιμίντρισμα. Είναι ξανά κοντά στον αγαπημένο του! Η απρόσμενη χαρά του δίνει μία δύναμη σχεδόν νιτσεϊκή, σπάει την αλυσίδα του, παίρνει το κομμένο χέρι στο στόμα και καλπάζει έξω από τη σπηλιά, για να γκρεμιστεί σε μια χαράδρα τετρακοσίων μέτρων λίγα δευτερόλεπτα αργότερα. Σαν από κβαντική τηλεπάθεια, ο Αλμπίνος πεθαίνει την ίδια ακριβώς στιγμή στα επείγοντα περιστατικά.

Η σπηλίτσα τους τα’ χει όλα: ένα μεγάλο τσουκάλι, τσουμπλέκια όλων των ειδών, ένα ξύλινο τραπέζι, διπλό αχυρένιο στρώμα, ένα βιβλίο, τομάρια αρκούδας για χαλιά, κεφάλι αρκούδας λιμπελότ, και μια καλοσκαμμένη τρύπα στη γωνία. Όλα τοποθετημένα για να τα φτάνει η Μιράντα, όλα μεταμορφωμένα από το μαγικό χέρι της αγάπης - εδώ έχει πάντα αχνιστή σούπα, εδώ δεν λείπουν ποτέ τα τραγούδια,  μήτε η ζεστασιά από τις καρδιές.