Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΜΒΑΛΟ, του Αργύρη Καρβέλη



Σύντομο βιογραφικό του ποιητή

Ο Αργύρης Καρβέλης (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του ποιητή Στέφανου Πορφύρη) γεννήθηκε το 1937 στη Μουσουνίτσα. Σπούδασε αρχιτεκτονική στην πολυτεχνική σχολή της Αθήνας, αλλά σύντομα το ενδιαφέρον του για την τέχνη τον έφερε σε επαφή αρχικά με το θέατρο και συγκεκριμένα το χορόδραμα, όπου εργάστηκε τίμια ως απλός σκαπανέας της τέχνης, όπως έλεγε ο ίδιος, μέχρι το χειμώνα του '61. Παράλληλα, διατηρούσε τη στήλη Αμ έπος... στην εφημερίδα Ελευθερία του Πάνου Κόκκα, απ' όπου στηλίτευε τα κακώς κείμενα της ταραγμένης δεκαετίας του '60, με τα καυστικά χρονογραφήματά του. Από το θέατρο στη δημοσιογραφία και από κει στο πατάρι του Λουμίδη. Οι ποιητές. Οι αγώνες για τη δημοκρατία. 114. 

Η πρώτη του ποιητική συλλογή Αεράκι κυκλοφορεί τον Ιούλιο του 1965 από τον Κάκτο. Δημιουργείται κάποια αίσθηση, κυρίως με το ύφος του Καρβέλη, το οποίο κλείνει οριστικά τους λογαριασμούς της "Γενιάς του '30". Η θεματολογία των ποιημάτων του εστιάζει στον απλό άνθρωπο και τα προβλήματά του. Για τα ποιήματά του Το μπετόνι και Η μπολντόζα άλλωστε, θα τιμηθεί με έπαινο στο φεστιβάλ του Τσερνομπίλ, διάκριση που θα του απονείμει ο ίδιος ο Λεονίτ Μπρέζνιεφ. Τα ποιήματά του, αυτής της περιόδου, αφήνουν αβίαστα μια αίσθηση αισιοδοξίας για το καλύτερο αύριο που ξημερώνει. 

Και ύστερα η χούντα. Οι διώξεις. Τα βασανιστήρια. Τα ξερονήσια.  Όλα αυτά δεν μπορούν να αφήσουν ασυγκίνητη την ψυχή του Καρβέλη, ο οποίος αποφασίζει να μισέψει, αφήνοντας πίσω του μια ενυπόγραφη δήλωση - δριμύ κατηγορώ ενάντια στους συνταγματάρχες. Μια δήλωση η οποία, όταν το 1974 δει το φως της δημοσιότητας, αποκεκαλυμμένη από τον ίδιο τον ποιητή, μικρή σημασία θα έχει, το σωστό να λέγεται.

Στο μισεμό του, ο Καρβέλης βρίσκεται να ταξιδεύει με το πλοίο για τις ΕΠΑ. Όμως, αλλοίμονο, όταν το παπόρι πιάνει Νέα Υόρκη, ο ποιητής δεν καταφέρνει να ξυπνήσει και έτσι βρίσκεται στη Γη Του Πυρός, να εξασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου, μέχρι το πρόωρο τέλος της ζωής του, τον Αύγουστο του 2001. Ήταν ένα κυριακάτικο απόγευμα, όταν ο Καρβέλης, οδηγώντας την παλιά του Λάντα προς την Ushuaia, θα χτυπηθεί από την επάρατο νόσο, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματός του. 

Στα χρόνια της παραμονής του στην ξένη χώρα, ο Καρβέλης δεν θα παραλείψει ούτε λεπτό να σκέπτεται την πατρογονική γη. Θα εκδόσει άλλες τρεις ποιητικές συλλογές, Πατρίδα (1982), Νόστιμον Ήμαρ (1982) και Ουοχοχόι...όι... (2000). Στην τελευταία του συλλογή, είναι σαφής η στροφή του προς το ανεξήγητο και το μυστικισμό. Μέσα στα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του ο Αργύρης Καρβέλης ταξιδεύει συνεχώς και διαμένει αποκλειστικά σε ξενοδοχεία. Και δεν θα μπορούσε βέβαια αυτό να είναι ανησυχητικό, αν δεν φρόντιζε πάντα να κλείνει δύο δίκλινα δωμάτια, και να μετακινείται σε κονβόι οχημάτων, ένα που οδηγούσε αυτός και ένα δεύτερο που δεν οδηγούσε κανείς! Τα έργα του, αυτής της περιόδου, εξερευνούν την αθέατη πλευρά της ψυχής, ενώ αποπειρώνται να ξεκλειδώσουν τα μυστικά της προέλευσης του ανθρώπινου είδους.

Από αυτήν τη συλλογή, και με αφορμή το έτος Καρβέλη (σύμφωνα με το περιοδικό ΤΡΙΤΟ ΜΑΤΙ) που διανύουμε, παρουσιάζουμε σήμερα το ποίημα Το κλειδί και το κύμβαλο, για το οποίο ο ίδιος ο ποιητής, ο Αργύρης Καρβέλης δηλαδή, έγραψε: 

"Είναι το Άξιον Εστί μου. Εντάξει, πιο μικρό..."







Το κλειδί και το κύμβαλο


Στέκεται τώρα κάθιδρος μπροστά στο αρχαίο ιερείο.
Στην κλεψύδρα η άμμος κινείται προς τα πάνω.
Οι μαϊμούδες ολόγυρα ουρλιάζουν – μα τούτες είναι φωνές λεόντων.
Το’ χε πει ο γέροντας: το δείλι να κινήσεις κατά κει όπου σμίγει ο χειμώνας με τη λησμόνια – εκεί μόνο θα βρεις τον ήλιο τον καθάριο.
Και τώρα στέκεται κάθιδρος μπροστά στο αρχαίο ιερείο.
Αινιγματικές πέτρες σκαλισμένες τη μορφή ιαγουάρου.
Περικοκλάδες οργιαστικές, τα μύρα του πόθου.
Μία κουβέντα αρκεί για να θέσει σε κίνηση τον προϊοστορικό αργαλειό, κείνον που το τέντωμα των ιμάντων του θα προκαλέσει την ελλειπτική περιστροφή των ολόχρυσων χοχλιών. Και τότε ο Άνθρωπος, η πλάση και τα ζώα θα ενδυθούν το μανδύα της Κρίσης.
Η εικόνα θα μυρίσει.
Αυτή η μυστική κουβέντα στροβιλίζεται στο μυαλό του αιώνες πριν γεννηθεί.
Γεννηθεί είπα; Μειδίαμα μου προκαλούν οι μικρές ιδέες των θνητών – που θαρρούν πως κατέχουν, μα κατέχουν μόνο την άγνοιά τους.
Και τον φόβο.
Μα τώρα εκείνος δε νιώθει φόβο. Νιώθει δέος. Έχει μια αποστολή να εκπληρώσει.
Η χρυσοποίκιλτη εσάρπα του: τον συντρόφευσε μα τώρα δεν τον συντροφεύει.
Στο πουγκί η οπαλίνα. Στο πουγκί η οπαλίνα.
Και ο αμέθυστος αντάμα.
Το κλειδί – ναι, το κλειδί.
Πούν’ το;
Η μυστική λέξη σύρεται, συρίζει, μα κρύφτηκε θαρρείς στα ρηχά νερά του κόσμου.
Είναι αλήθεια – τα μερμήγκια πνίγουνται κει που θεριεύει το μέτριο.
Μα τώρα πρέπει και κείνα να κριθούν.
Δεν υπάρχει πια γυρισμός.
Πρέπει να την πει.
Λάπις Λαζούλι!
Πολύ αργά για να πάμε πίσω.
Πιάνει αέρας – τούτες οι πολιτείες της αλαζονείας δεν θα αφήσουν ούτε ένα σημάδι στην άμμος.
Γλώσσες μαύρων κυμάτων καταπίνουν τις ηπείρους. Είναι φαρδιές και αχόρταγες.

Και από της γης τα εβένινα σπλάχνα, δόντια μυτερά, της τιμωρίας δόντια τρυπούν των ανθρώπων τα τρυφερά σαρκία – τούτα που η μαλθακότητα τους στέρησε κάθε ιερότητα – και αυτό παιδιά όχι τώρα, καιρό.

Μέσα σε μια στιγμή γερνά. Το αντίτιμο του ξεστομίσματος. Μα καταπώς τον φόβο έχει νικήσει, το σφρίγος και η ρώμη εκρήγνυνται, και η σάρκα του με της νιότης την αυθάδεια πανέμορφη αναριγά.
Και από ένα τόπο μακρινό, θαρρείς τα παιδικά τα χρόνια, κάτι σα να παιανίζει.
Άκου πιο προσεκτικά!
Δεν είναι παιανισμός! Είναι το κύμβαλο!
Το κύμβαλο! Της σιωπής, όχι πια.
Και κελαρύζει αίμα, μα και γάλα κελαρύζει!
Και ρέει αίμα, μα και μέλι ρέει!
Και από τις ολόχρυσες αστραπές, ο κόσμος καθαίρει.
Και η είρα ξεχωρίζει απ’ το στάρι.
Είναι μια στιγμή τρομερή, μα και γλυκιά συνάμα.
Στιγμές ανεπανάληπτες.

Μα σαν περνούν δευτερόλεπτα, μα σαν περνούν αιώνες…
η ανθρώπινη κακία το βασίλειο πάλι λερώνει.

Στέκεται τώρα κάθιδρος μπροστά στο αρχαίο ιερείο.
Αυτός ο πόλεμος ποτέ δε θα τελειώσει.










Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Άρλεκιτ


της Νικολέττας Μπάστιον-Φαράκου




Ψύλλοι

Ήξερε πως μετά από αυτό δεν υπάρχει γυρισμός.
Μα ποιος την καρδιά να παρακούσει;

Ακούγοντας το ροχαλητό του Στέβεν από το δωμάτιο, παίρνει την απόφαση και ανοίγει το φερμουάρ από το καλαίσθητο δερμάτινο τσαντάκι του. Το ασημί iPhone λαμποκοπά. Τα δάχτυλα της χορεύουν στην touch screen, το ξεκλειδώνει και πηγαίνει στα απεσταλμένα (sent). Πάνω πάνω, είναι ένα με παραλήπτη (information) την ίδια, που της έστειλε σήμερα το πρωί από τη δουλειά: Τζένιφεν σε αγαπώ, θέλω να γίνεις η μητέρα των παιδιών μου.

Σκέφτεται το τηλεφώνημα που έκανε σήμερα το πρωί, προσποιούμενη την πελάτη, στο δικηγορικό γραφείο Millhouse & Coopers, στο οποίο εργάζεται ο Στέβεν. Ζήτησε τον Στέβεν Μπιούσαμικ, για να πάρει από την γραμματέα του την απάντηση που κλόνισε την βεβαιότητα πως ο Στέβεν είναι ο πρίγκιπας του παραμυθιού.

«Ο κύριος Μπιούσαμικ είναι σήμερα σε άδεια, και θα λείπει και όλη την υπόλοιπη εβδομάδα. Δοκιμάστε από Δευτέρα, ή, αν είναι κάτι επείγον, στο κινητό».

Το τηλέφωνο της είχε πέσει από τα χέρια. Η Μάριον, συνιδιοκτήτρια μαζί με την Τζένιφεν του Σαλονιού styling για κατοικίδια ”Lustro e gusto”, την είχε κοιτάξει ανήσυχη.
«Τζένιφεν, είσαι καλά; Φαίνεσαι χλωμή. Θέλεις λίγο ιπποφαές; »
«Θεέ μου Τζένιφεν! Εσύ κλαίς»
«Δεν είναι τίποτα Μάριον. Πρέπει να φύγω. Αέρα! Παιδιά, αέρα!»

Στο σπίτι σκούπισε τα δάκρυα της, έσπασε δύο πιάτα από την ταραχή της, έκανε ένα κρύο ντους και ετοίμασε στο φούρνο μικροκυμάτων δύο μερίδες γίγαντες του παππού από το executive catering frozen solutions και περίμενε τον Στέβεν να γυρίσει από τη «δουλειά».
Ο Στέβεν κατέφθασε ως συνήθως παρκάροντας το Audi στο στεγασμένο γκαράζ, διέσχισε το γκαζόν, πέρασε από τον βραχόκηπο, σκόνταψε σε έναν φωτιστικό νάνο και μπήκε στο σπίτι. Έβαλε τα δυνατά της να φανεί φυσιολογική.
«Αγάπη μου! Πάνω στην ώρα! Σου έχω ετοιμάσει την αγαπημένη σου λιχουδιά!»
«Τζένιφεν! Μπακαλιάρο aux prunes
«Άλλη μια ευκαιρία…πιο τραγανό ακόμα.»
«Ω Τζένιφεν…μωρό μου…γίγαντες του παππού! Δεν έπρεπε..» και την έσφιξε στα καλογυμνασμένα μπράτσα του. Μα το βλέμμα του ήταν κενό. Και εκείνη; με δυσκολία συγκρατούσε τα δάκρυά της…

Ο Στέβεν έτρεξε κατευθείαν στο ντους, ενώ εκείνο που την παραξένεψε, ήταν πως ξάφνου το σπίτι είχε γεμίσει ολάκερο από ένα βαρύ, γυναικείο άρωμα που δεν ήταν το δικό της.

Ο Στέβεν τραγουδούσε το beautiful του James Blunt στο μπάνιο, και όταν βγήκε με το μαύρο μπουρνούζι του, το νερό ακόμα κυλούσε από τους γκρίζους κροτάφους του και έσταζε πάνω στα ευκλείδεια ζυγωματικά του.

Εκάθισαν και τρώνε.

«Αγάπη μου, δεν άγγιξες το πιάτο σου» είπε μόλις κατέβασε και την τελευταία του μπουκιά. «Δεν θα μπορούσα να πω το ίδιο και για μένα, χα-χα-χα» είπε καταπίνοντας τον τελευταίο γίγαντα. «Θα ξαπλώσω λίγο, είχα μία πολύ απαιτητική ημέρα, και, πίστεψέ με, το απόγευμά μου δεν θα είναι ευκολότερο. Έχουμε πάλι meeting. Το τίμημα της επιτυχίας – μερικές φορές αναρωτιέμαι: αξίζει;»

«Θεέ μου πόσο ελπίζω να μου λες αλήθεια, αν και δεν ξέρω τι να πιστέψω πια» σκέφτηκε η Τζένιφεν  και του χαμογέλασε. «όταν ξυπνήσεις, θα έχω το καφεδάκι σου έτοιμο, μαζί με δύο fair-trade cookies

Και τώρα, ακούγοντάς τον να ροχαλίζει, τρέμει σύγκορμη ψάχνοντας για εκείνο το sms, που εκείνος θα έχει ξεχάσει να σβήσει και για κείνη θα σημάνει το τέλος του πιο όμορφου παραμυθιού.

Στα απεσταλμένα δεν βρήκε κάτι το παράξενο. «Χριστέ μου» σκέφτηκε - «αν είναι καθαρά και τα εισερχόμενα, μπορεί όλα να είναι ένα παιχνίδι του μυαλού μου. Σίγουρα ο Στέβεν θα μπορεί να δώσει μια λογική απάντηση...» Ήθελε τόσο να τον πιστέψει. Ανοίγει τα εισερχόμενα (receiven):

«Ήσουν υπέροχος. Πατέρα και εραστή μου. Απόψε στις 19.30, στο γνωστό μέρος».

Το δωμάτιο στροβιλίζεται.

Το κινητό πέφτει από τα χέρια. Ήταν το δεύτερο τηλέφωνο που κατέστρεφε σήμερα.

Ο Στέβεν πετάχτηκε από το κρεβάτι. «Μωρό μου είσαι καλά; Τί ήταν αυτό;»

Όμως η Τζένιφεν ήταν ήδη στη λεωφόρο και έτρεχε. Έτρεχε ξυπόλητη και έκλαιγε, τραβούσε τα extension της και ούρλιαζε. 

Οι ουρανοί είχαν ανοίξει, και το νερό ορμητικό προσπαθούσε λες να ξεπλύνει τις αμαρτίες των ανθρώπων.


 Μούσκεμα

Μούσκεμα, αφού είχε διανύσει τρέχοντας και ουρλιάζοντας το μισό Μανχάταν, έφτασε στο σπίτι της Μάριον.
Το έντρομο βλέμμα της Μάριον μετατράπηκε σχεδόν αμέσως σε μια ζεστή αγκαλιά. «Εσύ είσαι μούσκεμα…έλα μέσα κοριτσάκι μου. Έλα καλό μου».

Φορώντας πετσετέ πιζάμα και μια καρό πουκαμίσα που μοσχοβολούσε από το μαλακτικό Limonati e Mirodati της Μάριον, καθισμένη οκλαδόν στον γκρι καναπέ Markus, έσφιγγε στις φούχτες της μια αχνιστή κούπα καυτού καφέ Negrito και συνέχιζε να κλαίει με ρυθμικά αναφιλητά. «Δε μου συμβαίνει αυτό...δε μου συμβαίνει γαμώτι αυτό εμένα τώρα…».

«Καταρχάς ηρέμησε» ακούστηκε η ζεστή φωνή της Μάριον. «Και πες μου τι συνέβη»

Μόλις η Τζένιφεν τελείωσε την εξιστόρηση, η Μάριον της ζήτησε να επαναλάβει, γιατί δεν κατάφερε να διακρίνει καμία λέξη έτσι που σπάραζε. Τα ξάναπε.

«Σίγουρα θα υπάρχει μια λογική εξήγηση για όλα αυτά»

Η Τζένιφεν την κοίταξε.

«Καλά, θα δούμε τι θα κάνουμε» διόρθωσε η Μάριον.

Όμως η Τζένιφεν ήδη κοιμόταν με τον Negrito στη φούχτα της.


Κλιμάκωση

Ξύπνησε το πρωί, σκεπασμένη με μια απαλή κουβέρτα Coco-hest. Έτσι όπως οι κουτσοί καμιά φορά ξυπνούν νομίζοντας πως έχουν πόδι, έτσι και η Τζένιφεν ξύπνησε καλοδιάθετη, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα από όλα αυτά.

«Καλημέρα πριγκίπισσα» ακούστηκε η φωνή της Μάριον.
Η Τζένιφεν έσπασε.
«Ο Στέβεν πήρε τηλέφωνο στις εφτά το πρωί. Δεν τον έχω ξανακούσει έτσι»
«Δεν πιστεύω να του είπες ότι είμαι εδώ»
«Θεέ μου, Τζένιφεν. Άμα τον άκουγες πώς έκλαιγε…είπε έρχεται από δω»

Ο ήχος του κουδουνιού δόνησε το δωμάτιο.


Καθαρές κουβέντες

Η Μάριον αποσύρθηκε διακριτικά στο δωμάτιο, ενώ η Τζένιφεν άνοιγε την πόρτα.
«Άσε με να σου εξηγήσω. Σε παρακαλώ» είπε δακρυσμένος ο Στέβεν.
Και άρχισε να της εξηγεί.

….

«Τζένιφεν δεν είναι δυνατό να ζηλεύεις ένα τόσο μικρό κορίτσι. Δεν έχει καν βυζιά»
«Έχεις δίκιο Στέβεν…γιατί όμως να το μάθω έτσι»
«Εκεί έχω λάθος, και το παραδέχομαι. Αξίζει όμως να χαλάσουμε το σπιτικό μας για αυτό;»
«Μου υπόσχεσαι πως δεν θα ξαναγίνει;»
«Να βρεθώ με τη μικρή ή να μη στο πω;»

Σκάσανε στα γέλια. Ζήσανε ευτυχισμένοι και αποκτήσανε πολλά παιδιά.