Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2008

¨Όσο έχω φωνή¨ talent show του High TV

Η πρώτη, αλλά και η δεύτερη εμφάνιση του Αποστόλη από την Ανάκασα στην εκπομπή του Άλκη Κόλλια.

"Μπιλιμπόη" Part 2 του Ζαν Λυκ Κορμοράνου


Όσοι φίλοι δεν έχουν παρακολουθήσει το διήγημα "Μπιλιμπόη" από την αρχή, μπορούν να ξεκινήσουν από το Part 1 .





ʽΈλα Κεραυνέ, φάε λίγη ζαχαρίτσαʼ είπε ο πατέρας και έζμπρωξε ένα κύβο μαύρης ζάχαρης στο στόμα του αλόγου. ʽΦάε γαμώ την τύφλα σουʼ. Έπειτα του έδωσε ένα ρουφηχτό φιλί στο στόμα, το καληνύχτισε και μπήκε στο σπίτι. Σʼένα θάμνο έξω από την αυλή, παραμόνευε κρυμμένος ο Μπιλιμπόης.


Αυτή τη φορά είχε έρθει χωρίς την κιθάρα του. Χρησιμοποιώντας το μοναδικό του χάρισμα, έσουρε ένα βραχνό, αισθησιακό χλιμίντρισμα. Τα υπερευαίσθητα αυτιά του Κεραυνού ανασηκώθηκαν. Ο Μπιλιμπόης συνέχισε να χλιμιντρίζει "σαν άλλη Μαύρη Καλλονή", και το χλιμίντρισμα έκαμε τα φύλλα από τις λεμονιές να θροϊζουν και τον Κεραυνό να νιώθει μια απροσδιόριστη αναστάτωση και ένα γλυκό ρίγος. Θύμησες αγάπης ξύπνησαν μέσα του, γλυκές θύμησες. Το χλιμίντρισμα του Μπιλιμπόη δονούσε τώρα την απαλή νυχτιά, ήταν τώρα η ίδια η καρδιά του που χλιμίντριζε το παναλόγινο κάλεσμά της, την εσωτερική της ικεσία. Ο Κεραυνός άρχισε να πλησιάζει την πηγή του ερωτικού καλέσματος, και αφού χτύπησε πάνω σε δύο δέντρα, βγήκε από την αυλή και πήγε προς τον θάμνο που ήταν κρυμμένος ο Μπιλιμπόης.


Και τότε ήταν που δέχτηκε το αριστοτεχνικό χτύπημα στο σβέρκο και σωριάστηκε κάτω. Ο Μπιλιμπόης του έδεσε ένα σκοινί στο πίσω δεξί πόδι και άρχισε να τον σέρνει. Ήταν μια νύχτα δίχως φεγγάρι, και ο Μπιλιμπόης ιδρώνοντας και ξεφυσώντας μέσα από στενά σοκάκια κατάφερε να σύρει τον λιπόθυμο Κεραυνό έξω από το χωριό, και έπειτα μέσα στο δάσος, μέχρι την σπηλιά του. Τη σπηλιά αυτή την είχε διαλέξει γιατί ήταν αόρατη για όποιον δεν είχε το "χάρισμα του Γκόγκομπορ"
*

Όταν το επόμενο πρωί ο πατέρας κατέβηκε "ορεξάτος" στην αυλή για να συναντήσει τον Κεραυνό, τον περίμενε μία δυσάρεστη έκπληξη και ένα σημείωμα καρφωμένο στο δέντρο. Το σημείωμα ήταν καταφανώς γραμμένο από έναν άνθρωπο κατώτατης πνευματικής στάθμης που παραληρούσε:


Αν θες να ξαναδείς το άλογό σου, έλα στη σπηλιά μου που είναι (αυτό το σημείο ήταν σβησμένο), εεε, εννοοώ άσε εμένα και τη Μιράντα να ζήσουμε ευτυχισμένοι, ναι ευτυχισμένοι, τι ξέρεις εσύ από αγάπη, θα το κάνω φέτες το ψωράλογο,δε με ξέρεις, κανείς δε με ξέρει, κανείς, αχ Μιράντα ...


Κάτι έσπασε μέσα του. Όλη η ζωή του πέρασε από μπροστά του σαν ταινία. Το χείλος του τρεμόπαιξε. Ένα δάκρυ κύλησε. Άρχισε να τρέμει το γόνατό του. Σφίχτηκε η κοιλιά του. Ανακατεύτηκε το στομάχι του. Ξεράθηκε ο λαιμός του. Τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Ζεστάθηκαν τα μιλίγγια του. Σήκωσε τις γροθιές του προς τον ουρανό και έβγαλε μια κραυγή που αντήχησε πέρα στα βουνά: ʽΓΙΑΤΙ????ʼ . Έπεσε κάτω, κουλουριάστηκε, άφρισε με σπασμούς και έκλαψε σαν να μην υπήρχε αύριο, ούτε μεθαύριο. Έφαγε λίγο χώμα και λιποθύμησε.


Όταν ξύπνησε, αντίκρυσε την νάνισα κόρη του να του πλένει ευλαβικά τα πόδια. Βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του.


ʽΠόση ώρα κοιμάμαι;ʼ ρώτησε.


ʽΏρα; Πόσες μέρες θα ρώταγα εγώ καλέ μπαμπάκοʼ του απάντησε η Μιράντα.


ʽΕ πόσες ρε σκουλήκι της πέτρας;ʼ είπε και της άστραψε μια σφαλιάρα.


ʽΔύο ώρες καλέ μπαμπάκοʼ απάντησε εκείνη.


ʽΔεν είναι δυνατόν να είσαι τόσο ηλίθιαʼ της είπε και ξαναλιποθύμησε.


Μπρρρ! Χλιμίντρ, χλιμίντρ! Ο έμπορος έχει μόλις στρίψει στη γωνία και ο πατέρας είναι μόνος του στην αυλή με το άλογο. ʽΘα σε λέω Κεραυνό, και μαζί θα κατακτήσουμε όλες τις πίστες!ʼ. Πόσο λίγο έμελε να κρατήσει αυτή η αυταπάτη...Ο Κεραυνός πλησιάζει τον καινούριο του αφέντη, αυτός πάει να τον χαϊδέψει, μα ο Κεραυνός δε βλέπει τίποτα, πέφτει πάνω του, μπουρδουκλώνεται και ξαπλώνεται στο πάτωμα. Σηκώνεται όμως αμέσως, καλπάζει προς τον παλιό μαντρότοιχο της αυλής, τον χτυπά με το κεφάλι και πέφτει για δεύτερη φορά. Σηκώνεται και πάλι αμέσως, αρχίζει να τρέχει προς τα πίσω, αυτή τη φορά είναι ο τοίχος του σπιτιού που του κόβει τη φόρα, και πάλι κάτω, και πάλι σηκώνεται...Ο πατέρας παρατηρεί σαστισμένος, συνειδητοποιεί ότι το άλογο αυτό δεν βλέπει τίποτα, μα τον συγκινεί βαθιά η επιμονή του, έχει κάτι το ποιητικό, και άξαφνα δακρύζει, και υπόσχεται στον εαυτό του ότι δεν αφήσει ποτέ τίποτα και κανέναν να πειράξει αυτό το άλογο, κάποια συμπαιγνία των πλανητών τους δένει για πάντα μαζί, για πρώτη φορά δεν νιώθει πια μόνος...


Όταν ξύπνησε μετά από δύο μέρες, η Μιράντα συνέχιζε να του πλένει τα πόδια με την γνωστή δουλικότητα που χαρακτήριζε όλες τις κινήσεις της.


ʽΧάσου από τα μάτια μου.ʼ


ʽΑμέσως καλέ μπαμπάκο.ʼ


ʽΠόρνη!ʼ


Η Μιράντα ξέσπασε σε λυγμούς. Παράτησε το πανάκι μέσα στη λεκανίτσα, και έτρεξε προς το δωμάτιό της.


ʽΣταμάτα εκεί που είσαιʼ άκουσε τη φωνή του πατέρα από πίσω της. ʽΈλα εδώ!ʼ


Μόλις τον πλησίασε, την έπιασε από την λιγδιασμένη πλεξούδα της και κόλλησε το πρόσωπό της στο δικό του.


ʽΛοιπόν άκουσέ με καλά. Αυτός ο αηδιαστικός κρετίνος που σε περιτριγυρίζει, ο Μπιλιμπόης, έκλεψε τον Κεραυνό μου, και δεν θα τον αφήσει λέει, αν δεν σε δώσω σε αυτόνʼ.


Η Μιράντα πάγωσε. Άρχιζε να συνδέει στο μυαλό της τα άσχετα ως εκείνη τη στιγμή στοιχεία. Το ότι έλειπε ο Κεραυνός. Το ότι είχε εξαφανιστεί ο Μπιλιμπόης. Εκείνο το σημείωμα του Μπιλιμπόη που είχε βρει δίπλα στον λιπόθυμο πατέρα. Όλα έμοιαζαν να ταιριάζουν τώρα, και σε συνδυασμό με αυτό που της είχε πει μόλις ο πατέρας, για πρώτη φορά η θεία ανακούφιση της κατανόησης φώτισε τον νάνικο εγκέφαλό της. Ανακούφιση;


ʽΛοιπόν άκουσε καλά αυτό που θα σου πω τώραʼ συνέχισε ο πατέρας.
ʽΑυτός ο καριόλης θα πληρώσει ακριβά αυτό που έκανε στον Κεραυνό μου. Και δεν υπάρχει περίπτωση να σε αφήσω να τον παντρευτείς. Μπορεί να είσαι άσχημη και ανυπόφορη, δουλική και γλοιώδης, μα είσαι κόρη μου και εγώ σε αυτόν τον σαλτιμπάγκο δεν σε δίνω. Έχω ένα σχέδιο. Το σκασμό τώρα.ʼ



* Χάρισμα με το οποίο μπορεί κάποιος να διακρίνει σπηλιές που δεν είναι ορατές σε κάποιον που δεν έχει το χάρισμα. "Λίγοι" έχουν αυτό το χάρισμα. Συνήθως συνοδεύεται από φρικτές παραμορφώσεις του σώματος και του εγκεφάλου, σε σημείο που πολλοί αναρωτιούνται αν αξίζει τόση φρίκη μόνο και μόνο για να μπορείς να βλέπεις μια-δυο κρυμένες σπηλιές. Αστειευόμενοι λένε: "Χάρισμά τους!"


συνεχίζεται...


διάβασε το part 3



Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

"Το χρυσό ψαλίδι" του Τάσσου Σώντερς


Βρέχει, βρέχει πολύ τρεις μέρες τώρα, όμως τα πρωινά είναι πάντα διαφορετικά, οι αισθήσεις πλημμυρίζουν από τις μεθυστικές μυρωδιές που αναβλύζουν καθώς αναρίθμητες σταγόνες νερού φτάνουν από τον ουρανό και με τρομερή ταχύτητα χτυπούν τη γη. Αυτή η βία με την οποία γίνεται η ένωση της μάνας (γη) με το γλυκό σπέρμα του πατέρα (ουρανός) προκαλεί μια εξίσου ανελέητη βίαιη γέννηση, "καφείον" την αποκαλεί ο Ησίοδος. Λέξη με την οποία βάφτισαν παγκοσμίως το μαγικό ρόφημα που μας ξυπνάει από τον λήθαργο της νύχτας, μεταφέροντας μας βίαια και απότομα από την αγκαλιά του Μορφέα στη στη σκληρή πραγματικότητα της καθημερινότητας.

Η Μαρία ξέρει καλά πως αν δεν πιει καφέ δεν μπορεί να κάνει τη δουλειά της σωστά. Μια δουλειά η οποία απαιτεί επαγρύπνηση και αυτοσυγκέντρωση, έχει ένα μικρό κομμωτήριο στην απέναντι όχθη. Μπορεί ουσιαστικά μας χωρίζει ένα ποτάμι, αυτό της Πανδώρου, αλλά οι ψυχές δεν κομπάζουν, οι καρδιές υπάρχουν για να χτυπούν. Την παρακολουθώ από νωρίς, η πρωινή πάχνη μπορεί να με εμποδίζει από το να δω καθαρά τα μάτια της αλλά το γέλιο της, αχ το γέλιο της, κάνει τη μουντή αυτή μέρα να μοιάζει με ανοιξιάτικο πρωινό. Χριστέ, είναι σαν να είμαι εκεί, σαν το ποτάμι να μην υπάρχει πια, την μυρίζω, επιτέλους την μυρίζω, φιλώ τον λαιμό της και μπλέκω τα δάχτυλα μου στα κατάξανθα μαλλιά της. Ως κομμώτρια τα μαλλιά της τα περιποιείται πάντα μοναχή της, σαν μύθος ακούγεται χρόνια και είναι κοινό μυστικό πως η Μαρία δεν έχει αφήσει ποτέ κανέναν να φτιάξει τα μαλλιά της. Παλιότερα ο κόσμος έλεγε πως φέρνει κάθε τέρμινο δυόσμο και κάρδαμο από τη Συρία. Ο δυόσμος μαλακώνει τη τρίχα ώστε να μην σπάει κατά το πολύωρο καθημερινό βούρτσισμα. Το κάρδαμο της Συρίας είναι το πλέον ακριβό κάρδαμο και η ποιότητα του είναι ασύγκριτη, Η Μαρία το ξέρει αυτό πολύ καλά και το χρησιμοποιεί στο μαγείρεμα, γιατί πιστεύει πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να την ικανοποιήσει ο άντρας της, κάτι που δεν έχει καταφέρει να κάνει ποτέ, λένε. Αχ Μαρία, βιάστηκες. Η γέφυρα όμως μία μέρα θα γίνει, 12 χρόνια πασχίζουν να την ολοκληρώσουν και μάλιστα κάτω από τις πιο δύσκολες και συνάμα περίεργες συνθήκες. Συνεχώς κάτι συμβαίνει και το έργο δεν προχωράει, ίσως κάποιος να ρίχνει αλάτι κάνοντας έτσι ένα ιδιόμορφο σαμποτάζ. Εγώ ξέρω ποιος. Όχι Μαρία και εσύ ξέρεις. Εσύ τη χαλάς τη γέφυρα γιατί η γέφυρα θα σημάνει το τέλος του γάμου ενώ παράλληλα θα γίνει εφαλτήριο μιας καινούριας ζωής. Ξέρω σε τρομάζει η ελευθερία αλλά μη φοβάσαι Μαράκι κάνε το βήμα και ζήσε, ζήσε γλυκιά μου, όπως δεν έζησες ποτέ ως σήμερα, ποτέ. Άφησε τη γέφυρα να ενώσει τις δύο όχθες αλλά και αυτά τα δύο σώματα που έχουν φτιαχτεί για να "αγαπιούνται".

Η βροχή σαν να σταμάτησε, η Μαρία πίνει κι΄ άλλο καφέ. Μονολογεί, τι να λέει; Φωνάζει δυνατά σε άδειο μαγαζί, τα ουρλιαχτά της φτάνουν ως εδώ. Παναγιά μου, μη και κάνει καμιά τρέλα, είναι τόσο ευαίσθητη. Κλαίει, πλέον είμαι σίγουρος πως κάτι την απασχολεί. Ένας κύριος μπαίνει μέσα στο κομμωτήριο, δεν είναι ο άντρας της, είναι ο Τόνυ από την φιλαρμονική, μιλάνε και η Μαρία κλαίει ακόμα, είναι απαρηγόρητη. Η κατάσταση έχει αρχίσει να με ανησυχεί, ο Τόνυ πάει να την αγκαλιάσει, η Μαρία τον απωθεί με βία και αστραπιαία αρπάζει το καλό ψαλίδι με τη χρυσή λαβή -δώρο 4ης επετείου γνωριμίας από τον άντρα της- ο Τόνυ δείχνει τρομοκρατημένος και.. όχι, παραπατάει, όχι! Μαρία, μη! Πρέπει να του κάρφωσε τις παγωμένες λεπίδες πάνω από 19 φορές στον αριστερό πνεύμονα, είναι σίγουρα νεκρός. Ενώ εκείνος ακούνητος ψυχορραγεί στο πάτωμα εκείνη αρπάζει την τσάντα της και το ψαλίδι, φονικό όπλο στα πανέμορφα της χέρια, και με γρήγορες και προσεκτικές κινήσεις κλείνει τα στόρια και πετάγεται έξω από το μαγαζί. Γιατί; Γιατί Μαράκι; Γιατί άγγελε μου;

Συνεχίζεται..

"Μεταίχνιο " του Νέλλου Σιδέρη



"Γιατί μάνα με αίμα τα χέρια μου να βάψω;
Γιατί το πουλί να πεινά κι ο αφέντης να χορεύει;"
 
Νέλλος Σιδέρης


"Μπιλιμπόη" Part 1 του Ζαν Λυκ Κορμοράνου



Θα σας πω μια ιστορία για τον κο.Μπιλιμπόη, αυτόν τον αισχρό, λυσσασμένο τροβαδούρο.


Νύχτες ολόκληρες περνούσε κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης του Μιράντας, γρυλίζοντας τα θλιβερά του άσματα, τα οποία συνήθιζε να συνοδεύει με την ξεκούρδιστη κιθάρα του. Ήχοι στριγγοί, απαίσιοι πραγματικά ήχοι γέμιζαν το στενό σοκάκι με τις ανθισμένες λεμονιές, φρικτά άτακτα γρατζουνίσματα αναστάτωναν την μακάρια σιωπή της νύχτας. Μα η αληθινή φρικωδία ξεδιπλωνόταν σε όλο το τερατώδες της μεγαλείο όταν άρχιζε να τραγουδάει. Σάλια άφριζαν από το κακοσχηματισμένο στόμα του και πιτσίλαγαν το πεζοδρόμιο, καθώς γάβγιζε στίχους όπως αυτοί:

Ω Μιράντα
Ω Μιράντα
Θα στον φορέσω σαν τιράντα
Ω Μιράντα
Τα κωλομέρια σου κάνω στην πάντα
Ω Μιράντα
Θα χύνω και θα χέζω μέσα σου πάντα
Μιράντα, καλή μου Μιράντα
Τʼαρχίδια μου γλυφιτζούρι κάνʼτα
Εσύ μονάκριβή μου
Ψωλαρπάχτρα Μιράντα


Η Μιράντα, αυτός ο καταγέλαστος νάνος, που τα παιδιά του χωριού συνήθιζαν να κλωτσούν μέχρι λιποθυμίας, κλειδωμένη στο σπίτι από τον σαδιστή, αλμπίνο πατέρα της, δάκρυζε από αγάπη σαν άκουγε τον Μπιλιμπόη να στριγγλίζει τα ερωτικά του άσματα. Πόναγε όμως βαθιά, γιατί ήξερε πως οι δυο τους δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι ευτυχισμένοι. Τουλάχιστον όχι εδώ, στην Άνω Σκατομπέρμπερη. Και κάθε βράδυ η ίδια ιστορία, με τον πατέρα της Μιράντας να πετά από το παράθυρο αποφάγια στον Μπιλιμπόη, ο οποίος κάθε φορά άρχιζε σαν το σκύλο να γλύφει το πεζοδρόμιο, πέφτοντας ξανά και ξανά στην ίδια παγίδα: μόλις έσκυβε για να μηρυκάσει κάποιο κόκαλο ή λίγο παγωμένο λίπος, ο πατέρας εκτόξευε εναντίον του με διαολεμένη ακρίβεια μια χαρτοσακούλα με τα σκατά της ημέρας ανάμικτα με τριμένο γυαλί, η οποία πλήγιαζε και λέρωνε τη ράχη του Μπιλιμπόη. Και τότε αυτός το έβαζε στα πόδια γρυλίζοντας, ενώ ο πατέρας έδερνε τη Μιράντα μέχρι αυτή να του ορκιστεί ότι θα βγάλει από το μυαλό της τον Μπιλιμπόη μια για πάντα.

Και έτσι περνούσαν οι μέρες, έπειτα οι μήνες, μέχρι που πέρασαν τέσσερα τρομερά χρόνια. Ο έρωτας των δύο νέων όμως δεν έσβηνε, και στο μυαλό του Μπιλιμπόη μέρα με τη μέρα φούντωνε το πάθος για εκδίκηση. Έπρεπε να καταστρώσει ένα σχέδιο, πράγμα σχεδόν αδύνατο για τον μικροσκοπικό του εγκέφαλο. Παρά την εκτυφλωτική του ηλιθιότητα όμως, ο Μπιλιμπόης ήξερε ένα πράγμα, και το ήξερε, διάολε, διαολεμένα καλά. Και αυτό δεν ήταν άλλο από το να μιμείται τις φωνές των ζώων. Η φύση του είχε δώσει αυτό το σπάνιο χάρισμα, σε αντάλλαγμα για την φρικτή παραμόρφωση του σώματος και του εγκεφάλου του.

Ο πατέρας είχε στην αυλή ένα ψωράλογο, που του είχε πουλήσει μετά τον πόλεμο ένας επιτήδειος για αγωνιστικό, το οποίο όμως, όπως κατάλαβε λίγα λεπτά μετά την αγορά, και αφού φυσικά ο ξένος είχε εξαφανιστεί, ήταν ολότελα τυφλό. Ήταν όμως πιστός και συμπονετικός φίλος, και έτσι ο σαδιστής αλμπίνος το αγάπησε και αποφάσισε να το κρατήσει. Άλλωστε τα ʽέβρισκανʼ μια χαρά οι δύο τους.


συνεχίζεται...

διάβασε το part 2