Κυριακή, 9 Αυγούστου 2020

La Poule Noire


του Ιούλιου Πάνου Πτιμπέρ

1.    Απειλή

Ο Ντικ κοιτούσε για ώρα άσκοπα το πάτωμα, όταν παρατήρησε ένα κομμάτι μασημένης γαλοπούλας. Στη γλώσσα του υπόκοσμου, η μασημένη φέτα γαλοπούλας σήμαινε μόνο ένα πράμα: θάνατο.

Ποιος όμως βρισκόταν πίσω από αυτή την απειλή;

Μήπως αυτός που τον ήθελε νεκρό δεν ήταν άλλος από τον Πετεινό Κροφτ; Το μοχθηρό αυτό πουλερικό τον μισούσε θανάσιμα από την εποχή ακόμα της κοτοαπαγόρευσης, όταν ο Ντικ, αδυνατώντας να συγκεντρώσει ικανά στοιχεία ώστε να τον προσάγει σε δίκη, προτίμησε απεναντίας να διαλύσει το παράνομο δίκτυό του μολύνοντας τις πηγές από τις οποίες προμηθευόταν το νερό για τον διαβόητο «ζωμό» του.

Όμως γαλοπούλα; Και μάλιστα μασημένη; Όσο αδίστακτος και αν ήταν ο Πετεινός Κροφτ, δεν έπαυε να είναι πουλερικό!

Κι αν πίσω από το αλλαντικό σημείωμα θανάτου κρυβόταν το Γομάρι Τονγκ; Το Παιδοβούβαλο της Άπω Ανατολής που κάτω από τη βιτρίνα του μεσαίου στελέχους της Cosco λυμαινόταν το λαθρεμπόριο κουκουβάγιας και μεταχρονολογημένων σιτηρών; Ο Ντικ σημείωσε τα αρχικά Γ.Τ. με ερωτηματικό πάνω στο πακέτο των τσιγάρων του.

Καθώς όμως στο ίδιο πακέτο είχε σημειώσει νωρίτερα τα ψώνια της εβδομάδας, το «Γ.Τ?». δεν χωρούσε ολόκληρο και έτσι αναγκάστηκε να σβήσει τα γράμματα, κράτησε όμως το ερωτηματικό. Κοιτώντας το ερωτηματικό λίγα λεπτά αργότερα, έπεσε σε μεγάλη απορία.

Το ξημέρωμα της Κυριακής 7 Μαΐου 2020 έβρισκε λοιπόν τον επιθεωρητή Ντικ Πουλ του τμήματος ανθρωποκτονιών και υγειονομικών παραβάσεων της αστυνομικής διεύθυνσης του Πεδίου του Άρεως στο διαμέρισμά του επί της οδού Αχαρνών, με άσχημο χανγκόβερ, να βαστά ένα άπαχο σημείωμα θανάτου που κάποιος είχε αφήσει κατά τη διάρκεια της νύχτας σε απόσταση αναπνοής από το αναίσθητο, μεθυσμένο κεφάλι του.

Του άρεζε (είχε μείνει κάποτε για ένα μήνα στη Θεσσαλονίκη) να κοιμάται με τα μάτια κλειστά. Γι’ αυτό και μπόρεσε ο δράστης να αφήσει το απειλητικό φουαντρέ στο πάτωμα του χωρίς αυτός να αντιληφθεί τίποτα. Διάολε! Μονάχα να τον είχε δει! Τώρα θα ήξερε ποιος ήταν.

Ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα. Πέρα από εικασίες και ένα ταχέως αποσυντιθέμενο αλλαντικό, δεν είχε κανένα χειροπιαστό στοιχείο. Ο χρόνος εξατμιζόταν…η ημερομηνία λήξης της γαλοπούλας και δική του˙ έτσι πήγαινε το πράμα στην αποδώ μεριά της πόλης.

Έφαγε μία μικρή μπουκιά του απειλητικού σημειώματος. Δεν ήταν χαλασμένο -γι’ αυτό ήταν ακόμα ζωντανός άλλωστε. Θα στοιχημάτιζε ότι κόπηκε προχτές. Αυτό του έδινε άλλη μία ή δύο μέρες ζωής, ανάλογα με τον τύπο του συγκεκριμένου αλλαντικού. Λίγα δευτερόλεπτα όμως μετά την κατάποση, μία συνειδητοποίηση πάγωσε το αίμα στις φλέβες του.

Στη μελαγχολική επίγευση του πουλερικού μπόρεσε να διακρίνει τη μελαγχολία που χαρακτηρίζει τις κλειστές θάλασσες ή «λίμνες» όπως ψωνίζονται πολλοί να τις αποκαλούν. Η «λίμνη» των Ιωαννίνων. Ήταν ξεκάθαρο ότι επρόκειτο για γαλοπούλα Ιωαννίνων. Τη μόνη βραστή ποικιλία με διάρκεια ζωής μονάχα δύο ημερών. Το τελεσίγραφο λήγει σήμερα!

Μόνο ο σεσημασμένος παιδεραστής Πρωτοσύγκελος Κωλ ήταν από τα Ιωάννινα. Αυτός όμως βρισκόταν στη φυλακή εκτίοντας ποινή μονοετούς κάθειρξης για τον βιασμό και την τελετουργική δολοφονία των βρεφών Τομπάϊας. Το τρίτο -παραλίγο- θύμα του, το προνήπιο Κωνσταντίνος Τόντλερ είχε γλιτώσει την τελευταία στιγμή και στη δική του μαρτυρία βασίστηκε η σύλληψη και η καταδίκη του ανθρωπόμορφου τέρατος. Ο επιδέξιος μεγαλοδικηγόρος του Κωλ,  Έκτορας Γογώνιας κατάφερε να τον ρίξει στα μαλακά, προσβάλλοντας τη μοναδική μαρτυρική κατάθεση επί του εδάφους ότι ήταν ζωγραφιά. 

Δεν ήταν λοιπόν ο Πετεινός Κροφτ, ούτε ο διαβολικός Πρωτοσύγκελος Κωλ, ούτε το ερωτηματικό. Ποιος διάτανος λοιπόν; Η λίστα από πιθανούς εχθρούς που είχε δημιουργήσει τα τελευταία δέκα χρόνια ως ντετέκτιβ στο αστυνομικό τμήμα Κάτω Πατησίων ήταν μακριά, και ο χρόνος ελάχιστος. Και η φέτα γαλοπούλας ολοένα ίδρωνε…

Άξαφνα συνειδητοποίησε ότι δεν είχε κάνει τη βασικότερη, τη νούμερο ένα, την κατεξοχήν, την πλέον στοιχειώδη κίνηση αστυνομικής έρευνας. Ντράπηκε για λογαριασμό του και ταυτόχρονα ένοιωσε ανακούφιση που ήταν ο μοναδικός μάρτυρας αυτής της παιδαριώδους παράλειψης, και έτρεξε να ελέγξει την πόρτα για ίχνη παραβίασης.

Ίχνη παραβίασης δεν υπήρχαν. Μάλιστα, η πόρτα ήταν κλειδωμένη από μέσα με το κλειδί πάνω στην κλειδαριά γυρισμένο και τις οκτώ βόλτες. Και οι τέσσερεις σύρτες ήταν ασφαλισμένοι.

Διάολε! Αυτό σήμαινε μόνο ένα πράγμα: το αλλαντικό σημείωμα θανάτου το είχε τοποθετήσει κάποιος που ήταν ήδη μέσα, δηλαδή ο ίδιος! Γιατί όμως να θέλει να σκοτώσει τον εαυτό του; Αυτό πραγματικά δεν έβγαζε κανένα νόημα. Σίγουρα η ζωή του δεν ήταν μια παρέλαση από επιτυχίες: οι φάκελοι με τις ανεξιχνίαστες υποθέσεις καταλάμβαναν δύο μεγάλες ντουλάπες, ενώ εκείνοι με τις υποθέσεις που είχε διαλευκάνει (συμπεριλαμβανομένης εκείνης του τυφλού Κύπριου γέροντα παραχαράκτη Dominic, διαβόητου για τα πλαστικά του τρίευρα, ο οποίος είχε προσέλθει οικειοθελώς στις αρχές και κατόπιν αθωωθεί πανηγυρικά) ήταν δύο, όσες δηλαδή και οι γυναίκες με τις οποίες είχε συνευρεθεί ερωτικά σε 40 χρόνια ζωής, αδιευκρίνιστος (μα μεγαλύτερος του ενός) αριθμός εκ των οποίων επί χρήμασι. Ωστόσο δεν ήθελε να αυτοκτονήσει.

Άρα λοιπόν ποιος; Ποιος; Το μυαλό του πήγαινε να σπάσει! Όλες του οι εικασίες προσέκρουαν στον άλυτο γρίφο της κλειδωμένης από μέσα πόρτας, και έτσι η επικρεμάμενη απειλή του θανάτου έπαιρνε μία επιπλέον μεταφυσική, άρα ανείπωτα τρομακτική, διάσταση. Ήταν έργο δαιμόνων!

Το μάτι του τότε έπεσε στην άλλη πλευρά του σαλονιού. Εκεί έχασκε ορθάνοιχτη, όπως πάντα, η μπαλκονόπορτα που συνέδεε το ισόγειο διαμέρισμά του με την πολύβουη λεωφόρο Αχαρνών.

Στάθηκε στο κατώφλι˙ ο αχός του δρόμου είχε κάτι το διαφορετικό. Μποτιλιάρισμα είχε δημιουργηθεί πίσω από ένα σταματημένο τρόλεϊ, γύρω από την μπροστινή του ρόδα του οποίου είχε συγκεντρωθεί ένα μικρό πλήθος˙ ανάμεσα από τα πατζάκια και τα παπούτσια των περίεργων μπόρεσε να διακρίνει ένα ετοιμοθάνατο λευκό περιστέρι, συνθλιμμένο κάτω από τη ρόδα, με μόνο το κεφαλάκι του να προεξέχει και το ράμφος να ανοιγοκλείνει βουβά. Του καρφώθηκε η ιδέα ότι το περιστέρι προσπαθούσε να τον προειδοποιήσει για κάτι, με φωνούλα που όμως δεν έβγαινε. Θέλησε τότε να αποστρέψει το βλέμμα του από το δυσοίωνο και θλιβερό θέαμα, μα δεν μπόρεσε, και ένα συνεχόμενο ηλεκτρικό τρίξιμο (τζζζζζζ…κρρρρρ…τζζζζζ) από το σημείο που ενωνόταν η κεραία του τρόλεϊ με το ηλεκτροφόρο σύρμα άρχισε να βουίζει όλο και πιο δυνατά. Τα αυτιά του τώρα δονούνταν στη συχνότητα του ηλεκτρικού ρεύματος. Ένοιωσε να ζαλίζεται και ξαφνικά γινήκαν όλα μαύρα.


2.    Όνειρα

Σκόρδα! Σκόϊλ! Τί όμορφα παιδάκια! Φτου να μην στα ματιάσω! Από τη μάνα τους πήρανε! Κουκλίτσα μου να χαίρεσαι τα κουκλάκια σου!

Η Ντίνα ήταν ωραία. Παρά τα βάσανά της, το παράστημά ήταν γοητευτικό όσο ποτέ˙ ψηλή με καμπύλες, καστανόξανθη περμανάντ, ντυμένη συνήθως με σακάκια με βάτες ή κόκκινα πλεκτά με χριστουγεννιάτικα σχέδια, ριγέ γκοφρέ παντελόνια και μυτερές γκλίτερ γόβες, ενσάρκωνε ιδανικά την ιδιαίτερη γυναικεία γοητεία των 80ς. Ως πρώην μις Πικέρμι διατηρούσε ατόφιο τον αέρα του μανεκέν, και όταν κατέβαινε στην αγορά της Παλλήνης για να ψωνίσει τσίρο έκαιγε καρδιές, προκαλώντας ατυχήματα και γενικό κομφούζιο στη λεωφόρο Μαραθώνος. Ήταν νέα και είχε ακόμα τη δύναμη να κρύβει τον πόνο κάτω από την ομορφιά της, ο πόνος μάλιστα την ομόρφαινε. Αυτά τα θλιμμένα μάτια…

Τη δεκαετία του 80, το μεγαλύτερο μέρος της Παλλήνης ήταν χωράφια˙ το σπιτικό, ή μάλλον το παράπηγμα, στην οποία η Ντίνα μεγάλωνε τα αγόρια, απείχε δύο χιλιόμετρα από το πλησιέστερο σπίτι. Ο άντρας της ο Μιχάλης, με τον οποίο τα είχαν από την δευτέρα γυμνασίου, δεν ήταν και μεγάλη βοήθεια. Ο Μιχάλης είχε υπάρξει μούρη του 2ου Γυμνασίου Παλλήνης, πρόεδρος του δεκαπενταμελούς που είχε βγάλει μηχανάκι από τη διοργάνωση της πενταήμερης, ο γοητευτικός κάγκουρας που τα είχε με την ωραία του σχολείου.

Όταν παντρεύτηκαν στα 18 τους και αποφάσισαν να στήσουν το σπιτικό τους στην εξοχή, μέσα στα αμπέλια των Μεσογείων, τα πάντα φάνταζαν ονειρεμένα στο παιδικό ακόμα μυαλό τους. Όταν γεννήθηκαν τα δίδυμα έξι μήνες αργότερα, η ζωή φάνηκε να τους χαρίζει απλόχερα όλα της τα δώρα. Πόσο λίγο έμελλε να κρατήσει το όνειρο…

Όπως μαθαίνουν όλοι, το πάθος γρήγορα ξεφτίζει και οι σχέσεις ξεπέφτουν. Αν σε αυτό προσθέσουμε τα βάρη που η ζωή φορτώνει στους αισιόδοξους και τους ανίδεους, όπως τις δόσεις από ένα στεγαστικό-επισκευαστικό δάνειο σε ελβετικό φράγκο (το οποίο έμελλε να ανατιμηθεί ραγδαία έναντι της δραχμής) και τα χρέη του Μιχάλη από τις κοκορομαχίες (όπου είχε επανηλλειμένα ποντάρει στη λάθος κότα ακολουθώντας κακόβουλες συμβουλές αντιζήλων του), το όνειρο του νέου ζευγαριού άρχισε γρήγορα να μεταμορφώνεται σε εφιάλτη.

Το δεξί μέρος του σπιτιού είχε μείνει στα τούβλα. Όταν έβρεχε πολύ, ο δρόμος γινόταν λάσπη αδιαπέραστη για την Dacia τους. Ο Μιχάλης απολύθηκε, ξαναβρήκε ευτυχώς αμέσως δουλειά, αλλά δυστυχώς απολύθηκε πάλι την ίδια μέρα.  

Η φτώχεια έφερε γκρίνια. Ο Μιχάλης άρχισε να λείπει όλο και συχνότερα από το σπίτι, στην αρχή προσπαθώντας να κερδίσει τα προς το ζην για την οικογένειά του ως πλασιέ εγκυκλοπαιδειών για βότανα (είχε πουλήσει μόνο μία σε έναν αναρχικό) και στη συνέχεια πίνοντας ρετσίνα και μπύρα (ταυτόχρονα) στο καφενείο της πλατείας. Οι τσακωμοί του ζευγαριού γίνονταν όλο και πιο συχνοί, όλο και πιο άγριοι˙ το πρώτο μελανιασμένο μάτι δεν άργησε να φανεί. Μέσα σε αυτή την απομονωμένη φυλακή που έγινε τώρα για τη Ντίνα η μικρή τους Εδέμ, τα δίδυμα ήταν η μόνη αχτίδα φωτός, η μοναδική της παρηγοριά. Όλη της η ζωή κρεμάστηκε από αυτά.

Από αυτά και το μικρό κοτέτσι που είχαν στήσει στον κήπο τους. Για να έχουν αυγά και το δικό τους κοτόπουλο στο τραπέζι, για να συμπληρώνουν το πενιχρό τους εισόδημα (πουλώντας κάθε Τετάρτη αυγά σέ έναν παράδρομο της λαϊκής της Παλλήνης), αλλά και για παρέα, είχαν αναπτύξει ένα μικρό παράπηγμα με κότες δίπλα στη βρύση. Τα δίδυμα τις λάτρευαν και παίζανε όλη τη μέρα μαζί τους. Σύντομα αναπτύχθηκαν ιδιαίτερες συμπάθειες.

Οι βόλτες στην παιδική χαρά, όπου μαμά και γιοι δέχονταν τις φιλοφρονήσεις του κόσμου, αποτελούσαν μικρές νησίδες ομορφιάς και ψυχικής ανάτασης σε μια ζωή που κατά τα άλλα βυθιζόταν μέσα στη φτώχεια, την απομόνωση και τη βίαιη συμπεριφορά ενός όλο και πιο αξιοθρήνητου αλκοολικού πατέρα. Έτσι, όταν ο γοητευτικός διαφημιστής που πήγαινε τα Σάββατα την κορούλα του στην ίδια παιδική χαρά με τα δίδυμα είπε στη Ντίνα, την οποία κόρταρε καιρό, ότι οι γιοι της είχαν την εμφάνιση και την «ενέργεια» για να γίνουν ηθοποιοί, εκείνη ερωτεύτηκε αμέσως την ιδέα, στην οποία προσέδωσε διαστάσεις ενός οράματος ικανού να αλλάξει τη ζωή τους. Το ραντεβού στην διαφημιστική εταιρία κλείστηκε για μία εβδομάδα αργότερα.   


3.    Καλημέρα και καληνύχτα Ντικ

Το μαύρο πέπλο άρχισε να διαλύεται και το πρώτο πράγμα που ένοιωσε ο Ντικ ξυπνώντας ήταν το μάγουλό του να πιέζεται έχοντας πάρει σχήμα από τη συρμάτινη πόρτα ενός κλουβιού. Τον έλουζε ένα ψεύτικο, αρρωστημένο φως που απλωνόταν ομοιόμορφα σε όλο το κλουβί και δημιουργούσε την αίσθηση ότι είχε ξημερώσει. Το κεφάλι του βούιζε. Έμεινε με το πρόσωπό του κολλημένο στο σύρμα, προσπαθώντας να δει που βρισκόταν. Όσο έφτανε το βλέμμα του, και από τις δύο πλευρές εκτεινόταν ένας μακρύς διάδρομος, κατά μήκος του οποίου υπήρχαν εκατοντάδες πόρτες μικρότερων κλουβιών, άλλες ανοιχτές και άλλες κλειστές, ενώ ένας ιμάντας περνούσε τρίζοντας από μπροστά τους. Από ένα αθέατο ηχείο στην οροφή, μέσα από παράσιτα και παραμορφώσεις, ηχούσε μία παράξενα οικεία μελωδία που πολλαπλασιαζόταν μέσω αντίλαλων στον μεγάλο, άδειο χώρο. Ασυναίσθητα μουρμούρισε τις επόμενες νότες. 

Μόνο αφού τέλειωσε το ακούσιο τραγούδι του, με όση δύναμη είχε στα πνευμόνια του, ύστερα από 25 χρόνια με τέσσερα πακέτα Άσσο σκέτο τη μέρα, φώναξε: «Ποιος είσαι; Τί θες;».

Σιωπή.

Από την ακουστική του χώρου συνειδητοποίησε ότι το κλουβί του βρισκόταν ανάμεσα σε δεκάδες, πιθανόν χιλιάδες άλλους άδειους κοτο-κλωβούς παραταγμένους σε παρόμοιους, αθέατους διαδρόμους. Φως φανάρι, κάποιο εγκαταλελειμμένο βιομηχανικό πτηνοτροφείο. Ξανατσίριξε, αλλά απάντηση καμία. Μετά από λίγο το αρρωστημένο φως της λάμπας άρχισε να εξασθενεί, και μέσα σε πέντε λεπτά είχε επικρατήσει το απόλυτο σκοτάδι. Διάολε! Δεν είχε περάσει πάνω από μία ώρα από τότε που είχε «ξημερώσει», και είχε κιόλας «βραδιάσει»! Οι λάμπες ήταν ρυθμισμένες ώστε να δημιουργούν την ψευδαίσθηση μίας ολόκληρης ημέρας στη διάρκεια μίας μόνο ώρας. Για μισό λεπτό! Αυτό δεν γίνεται, δεν επιτρέπεται πια…ο επιθεωρητής μέσα του θυμήθηκε πως η πρακτική αυτή είχε απαγορευτεί πριν από 30 χρόνια, στον απόηχο των γεγονότων που είχαν σημαδέψει το κλείσιμο του διαβόητου Πτηνοτροφείου Κωσταρέλλου.

Το σβήσιμο των φώτων τον βύθισε αυτόματα σε έναν ανήσυχο ύπνο.

Κωσταρέλλος κι η χαρά δεν έχει τέλος

Κωσταρέλλος είναι υγιεινή τροφή

Κωσταρέλλος κότα πρώτη, τρομερή

Κότα κότα κότα ελληνική


4. Η αρχή

- Έλα, φτάνει το παιχνίδι με τις κότες! Άσε την Ορνέλα κάτω, θα την ξεπουπουλιάσεις! Το ξέρει ότι την αγαπάς, εδώ θα είναι και θα σε περιμένει όταν γυρίσουμε. Άντε πάμε τώρα να ετοιμαστούμε, ο αδερφός σου είναι σχεδόν έτοιμος. Σήμερα είναι η μεγάλη μέρα!

Η Ντίνα πήρε τον μικρό αγκαλιά, τον έβγαλε από το κοτέτσι, τον έγδυσε και άρχισε να τον πλένει με την μάνικα του κήπου. Μια μέρα θα έχουμε μπάνιο μέσα στο σπίτι ονειροπόλησε καθώς τον έτριβε με την ειδική βούρτσα για τις κοτόψειρες. Έπειτα του φόρεσε ένα μικρό κουστουμάκι με γαλάζιο γιακαδάκι που είχε ράψει ειδικά για το casting, πήρε και τον αδερφό του από το σπίτι και μπήκαν στη Dacia. Καθώς το αυτοκίνητο ξεκινούσε, ο Μιχάλης βγήκε τρεκλίζοντας από το σπίτι, κρατώντας ένα μπουκάλι ρετσίνα στο ένα χέρι και μία μπύρα στο άλλο. Πήγε να πιει ταυτόχρονα και με τα δύο χέρια, όμως τα μπουκάλια τσούγκρισαν μπροστά στο στόμα του και έπεσαν κάτω. Καθώς έσκυψε να τα μαζέψει, έχασε την ισορροπία του και σωριάστηκε στο πλατύσκαλο. Έτσι ξαπλωμένος, τους φώναξε:

«Καλή επιτυχία παιδάκια μου! Να θυμάστε τον γέρο σας όταν γίνετε μεγάλοι και σπουδαίοι ηθοποιοί! Να έρχεστε να με βλέπετε! Να μου φέρνετε χρήματα...μου χρωστάτε…μη μου κάνετε εμένα τους καμπόσους!» Και με αυτά τα θλιβερά λόγια του 23χρονου μέθυσου προς τα 6χρονα παιδιά του, η Dacia ξεκίνησε. Καθώς το αυτοκίνητο απομακρυνόταν, η Ντίνα κοίταξε μέσα από το καθρεφτάκι και είδε το Μιχάλη να προσπαθεί πάλι να φέρει τα δύο μπουκάλια στο στόμα του, δίχως αποτέλεσμα.

Στο δρόμο προς τα γραφεία της διαφημιστικής, η Ντίνα βούρκωσε. Αγαπούσε τον Μιχάλη και δεν άντεχε να τον βλέπει έτσι. Δεν άντεχε πια ούτε τη μιζέρια της αγροικίας. Δεν τον κατηγορούσε για τίποτα όμως˙ πίστευε πως η ζωή του είχε φερθεί άσχημα, και πως αυτός ήταν καλός και πλασμένος για μεγάλα και όμορφα πράγματα. Παρηγορήθηκε στη σκέψη πως σύντομα, μόλις τα δίδυμα γίνονταν διάσημοι ηθοποιοί, ο Μιχάλης και όλη η οικογένεια θα είχαν τη δεύτερη ευκαιρία που τόσο άξιζαν. Και τότε η σημερινή μιζέρια θα φάνταζε σαν άσχημο όνειρο.

Διέσχισαν τις ερημιές του Γέρακα, και μόλις φάνηκαν οι πρώτοι οργανωμένοι οικισμοί κατάλαβαν ότι πλησιάζουν την Αγία Παρασκευή. Έπειτα στρίψανε προς Χαλάνδρι, όπου γίνονταν σχεδόν παντού έργα˙ το Χαλάνδρι του 1986 ήταν ένα περίεργο κράμα από μονοκατοικίες, κοτέτσια, κάποιες οικοδομές και μερικές πολυκατοικίες. Τελικά βγήκαν στην λεωφόρο Κηφισίας και άρχισαν να ανηφορίζουν προς Μαρούσι. Το Μαρούσι είχε και αυτό πολλά κοτέτσια. Από τους γυάλινους ουρανοξύστες, ο Μπάμπης Βωβός είχε προλάβει να κτίσει μόνο το Atrina Center. Όταν η Dacia σταμάτησε στο φανάρι, η Ντίνα και τα δίδυμα σάστισαν μαγεμένοι μπροστά στο γυάλινο κτίριο και μόνο μετά από επίμονα παρατεταμένα κορναρίσματα και κραυγές οργής των πίσω οδηγών ξύπνησαν και ξεκινήσαν - σχεδόν ένα λεπτό μετά το άναμμα του πράσινου. Στρίψανε δεξιά στο πρώτο στενό, στάθμευσαν στο πάρκινγκ και μπήκαν στο Atrina, όπου στον όγδοο όροφο στεγάζονταν τα γραφεία της διαφημιστικής εταιρίας Stephen & Geffen & Stephen Νικολής. Η Ντίνα έτρεμε από ενθουσιασμό καθώς αφράτευε την περμανάντ της, συμπλήρωνε τις τελευταίες λεπτομέρειες του μακιγιάζ της στον καθρέφτη του ασανσέρ και ίσιωνε τα κουστουμάκια των διδύμων.


5. Ζωή και κότα

20 λεπτά αργότερα ο Ντικ ξύπνησε φρικτά πιασμένος. Το μέγεθος του κλουβιού του επέτρεπε να στέκεται όρθιος με λίγο σκυμμένο το κεφάλι, ή να κάθεται έχοντας μαζεμένα σφιχτά τα πόδια του, και σε αυτή τη στάση είχε κοιμηθεί. Πείναγε πολύ. Κόλλησε το πρόσωπό του στην άκρη του κλουβιού, και είδε ένα μικρό δοχείο να πλησιάζει πάνω στον κυλιόμενο ιμάντα. Το δοχείο σταμάτησε ακριβώς μπροστά από το κλουβί και ένα πορτίδιο άνοιξε στο κάτω μέρος της πόρτας του. Στριμώχτηκε και στάθηκε στα τέσσερα, ώστε να μπορέσει να βγάλει το κεφάλι του από την υπό-πόρτα και να μηρυκάσει. Μόλις έφερε τη μουσούδα του κοντά στην ταΐστρα, συνειδητοποίησε ότι περιείχε πίτουρο. Άρχισε να τσιμπολογάει.     

Το πίτουρο, εμπλουτισμένο με κάποιο βελτιωτικό, μύριζε απαίσια. Ίσως για τις κότες αυτή τη μυρωδιά να ήταν θελκτική, για τους ανθρώπους όμως ήταν φρικτή. Στον χώρο επίσης αιωρούταν μία ξινή και πνιγηρή αποφορά που του θύμιζε τον ακάλυπτο της πολυκατοικίας του, με τις αλλεπάλληλες ιζηματοειδείς στρώσεις από τις κουτσουλιές των περιστεριών. Του ήρθε αναγούλα έτσι όπως έτρωγε στα τέσσερα, όμως η πείνα και κάποια ανεξήγητη δύναμη, που ενστικτωδώς απέδιδε στις εκπομπές της θερμομητέρας, τον έσπρωχναν να τρώει με μανία. Όταν τσίμπησε και τους τελευταίους σπόρους, ο ιμάντας ξεκίνησε να κυλάει απομακρύνοντας την ταΐστρα, ενώ μία πτυσσόμενη ποτίστρα αναπτύχθηκε τρίζοντας μπροστά του, ρίχνοντας με χαμηλή πίεση νερό ακριβώς στο ανοιχτό στόμα του. Το νερό περιείχε το ίδιο βρωμερό βελτιωτικό.  Ήπιε λαίμαργα.

Αηδιασμένος και με δάκρυα στα μάτια, έφερε το κεφάλι του πάλι μέσα στο κλουβί και με δύσκολες, αργές κινήσεις γύρισε και κάθισε στη μόνη στάση που χωρούσε, αγκαλιάζοντας τα γόνατά του. Μάζεψε όλη του τη δύναμη και φώναξε πάλι: «Ποιος είσαι; Τί θες από μένα;» Όμως ούτε αυτή τη φορά πήρε απάντηση. Αποφάσισε να συγκεντρωθεί και να προσπαθήσει να βρει κάποιο τρόπο εξόδου, παρατηρώντας σχολαστικά κάθε γωνιά του κλουβιού. Πριν προλάβει να ανακαλύψει κάτι χρήσιμο, το φως της λάμπας άρχισε να χαμηλώνει και μία νύστα που υπερέβαινε τις δυνάμεις του τον κύκλωσε, μπλέκοντας τις σκέψεις του με ασυναρτησίες και άτοπους συνειρμούς. Ακριβώς μία ώρα από τη στιγμή που ξύπνησε, τον πήρε πάλι ο ύπνος. 

Ένα ανήσυχο όνειρο με μία ιπτάμενη κότα που τον εκλιπαρούσε για βοήθεια τάραξε τον εικοσάλεπτο ύπνο του. Δίχως λόγια, η κότα του έλεγε να μην το κάνει αυτός το έκανε και η ενοχή τον έκαιε.

 

6. Νικολής

«Η κυρία Κωνσταντίνα Τρύφωνα; Ακολουθήστε με σας παρακαλώ. Ο κύριος Νικολής σας περιμένει.»

Η Νένα, η εντυπωσιακή ιδιαιτέρα του Νικολή, συνόδευσε τη Ντίνα και τα δίδυμα ως μία κίτρινη γυαλιστερή πόρτα με την επιγραφή «Δημιουργικό», την χτύπησε δύο και μία φορές, έπειτα άλλη μία σκέτη, μετά δύο σκέτες, άφησε ένα λεπτό να περάσει και έπειτα με μία επιτηδευμένη στροφή 180 μοιρών τίναξε την δεξιά πλευρά της περμανάντ της πίσω από τη βάτα της και επέστρεψε με catwalk στο γραφείο της, για να συνεχίσει επιδεικτικά το λιμάρισμα των μακριών μοβ νυχιών της με φόντο το αβυσσαλέο μπούστο της.

Η πόρτα άνοιξε και ένα κίτρινο μακρύ μυτερό πρόσωπο ξεπρόβαλλε και αμέσως ζάρωσε από ένα λάγνο χαμόγελο μόλις αντίκρυσε τη Ντίνα και τα δίδυμα.

«Καλημέρα κύριε Νικολή» είπε η Ντίνα. «…παιδιά πείτε καλημέρα στον κύριο Νικολή»

«Ορέστης. Σας παρακαλώ, για εσάς, για εσένα Ντίνα, σκέτο Ορέστης» είπε ο Ορέστης Νικολής.

«Εντάξει κύριε Ορέστη»

«Ντίνα χαίρομαι πολύ που ήρθες. Να σου βάλω ένα ουίσκι;»

«Είναι δέκα το πρωί, κύριε Νικολή»

«Είπαμε Ορέστης, θα σε μαλώσω» είπε με ένα γλοιώδες νάζι ο Ορέστης Νικολής, καθώς έχυνε μία γενναία ποσότητα Vat69 από ένα μπουκάλι χωρίς μπίλια σε δύο ποτήρια, προσφέροντας το ένα στη Ντίνα. «Οι συνεργάτες μου είδαν τις φωτογραφίες των παιδιών, και συμφώνησαν ότι είναι ιδανικά για τη νέα καμπάνια ενός πολύ σημαντικού μας πελάτη. Ντίνα, αν τα πάνε καλά, πράγμα για το οποίο είμαι σίγουρος, τότε είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσουν βροχή οι προτάσεις για τηλεόραση και κινηματογράφο».

«Αλήθεια λέτε κύριε Ν…αλήθεια κύριε Ορέστη;»

«Θα έλεγα πότε ψέματα σε δύο τόσο γοητευτικά ματάκια; Παιδιά, ακολουθήστε τον συνεργάτη μου, τον κύριο Νίνο στο στούντιο για να σας βγάλει μερικές φωτογραφίες ακόμα. Η μαμά σας θα σας περιμένει εδώ με μένα» είπε ο Ορέστης Νικολής πατώντας ένα κουμπί κάτω από το γραφείο του και κάνοντας νόημα στη Ντίνα να αφήσει τα παιδιά, που κρατιόνταν σφιχτά από το πόδι της, έκλαιγαν και κοιτούσαν φοβισμένα τον ψηλό άντρα με τις ανταύγειες και το τεχνητό μαύρισμα που εκείνη τη στιγμή έμπαινε στο γραφείο.  

 

7. Ορνέλα

Έπειτα από 20 λεπτά ξύπνησε από το ίδιο αρρωστημένο φως. Πεινασμένος για πίτουρο, κόλλησε το πρόσωπο που στο σύρμα και κοίταξε τον ιμάντα, ο οποίος ήταν σταματημένος. «Σήμερα» δεν έχει πίτουρο, σκέφτηκε…ίσως με ταΐσουν πάλι «αύριο». Και τότε, από τα ηχεία της οροφής, ακούστηκε μία απόκοσμη ψηφιακή φωνή, που θύμιζε προσομοίωση από πρόγραμμα κάρτας SoundBlaster των 90ς:

«Ντικ Πουλ. Επιθεωρητή Ντικ Πουλ. Έχει έρθει η ώρα να πληρώσεις για το έγκλημα που έγινε σε βάρος μας εδώ, στο Πτηνοτροφείο Κωσταρέλλου. Θα σου δοθεί μία τελευταία ευκαιρία πριν σφαγείς τελετουργικά.»

Μετά από «μέρες» κάποιος, ή μάλλον κάτι, του μίλαγε. Μέσα στην έκπληξη και τον τρόμο του, τραύλισε: «Π…π…ποιος ήτανε;»

«Περνιέσαι για έξυπνος. Ντικ Πουλ ο έξυπνος. Αναρωτιόμαστε όμως…» συνέχισε η συνθετική φωνή, «…μήπως μέρος αυτής της εξυπνάδας σου δεν το χρωστάς σε μία παιδική σου φίλη, που ο πατέρας σου τόσο βάναυσα δολοφόνησε»

«…τί…εννοείς;….ποιος είσαι; Τί είσαι; Για ποιο πράμα μιλάς;!»   

«Ώστε λοιπόν ξέχασες την Ορνέλα!»

Πόσα χρόνια είχε να ακούσει αυτό το όνομα! Η αγαπημένη κότα των παιδικών του χρόνων, η κότα που μαζί της είχε περάσει τόσες ευτυχισμένες ώρες! Οι θύμησες εισέβαλαν σαν να ήταν χτες και ένας χείμαρρος συναισθημάτων τον κατέκλυσε. «Μα εγώ την αγαπούσα την Ορνέλα! Εγώ διακινδύνευα κάθε νύχτα την οργή του πατέρα μου ώστε να την βάζω κάτω από τα σκεπάσματα! Εγώ θα έδινα τα πάντα για αυτή, την είχα σαν αδερφή μου! Δεν είχα καμία σχέση με το θάνατό της!»

«Αυτό το γνωρίζουμε, όπως άλλωστε γνωρίζουμε τα πάντα» είπε η φωνή.


8. Τα μιλήσαμε τα συμφωνήσαμε

Όταν κατέβηκαν στο παρκινγκ του Atrina Center και μπήκαν στο αυτοκίνητο, η Ντίνα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και σουλούπωσε την περμανάντ της, σκούπισε το κραγιόν που είχε πασαλειφτεί γύρω από το στόμα, κάλυψε με make-up ένα νεοαποκτηθέν σημάδι στο λαιμό, ίσιωσε τις βάτες της που είχαν μετατοπιστεί, μάσησε τσίχλα και είπε στα δίδυμα:

«Αγάπες μου, η μανούλα άργησε λίγο γιατί έπρεπε να συμπληρώσει κάτι επίσημα χαρτιά που της έδωσε ο κύριος Νικολής. Κάποια πολύ σημαντικά χαρτιά, που λένε πως θα γίνουμε διάσημοι και πλούσιοι. Ας μείνει αυτό σαν μυστικό μεταξύ μας….εννοώ για να κάνουμε έκπληξη στον μπαμπάκο όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή. Πείτε μου όμως αγαπούλες μου εσείς, πώς πήγε η φωτογράφηση;»

Τα δίδυμα ψέλλισαν «καλά», κρατώντας σφιχτά το ένα το χέρι του άλλου. Άλλη κουβέντα δεν ειπώθηκε μέσα στο αμάξι στο δρόμο της επιστροφής από το Μαρούσι στην Παλλήνη.

Μόλις πήρανε την τελευταία στροφή στο λασπόδρομο και εμφανίστηκε το σπιτικό τους, αντίκρυσαν μία εικόνα που θα σημάδευε για πάντα τις ψυχές τους:

Ο Μιχάλης, σε έξαλλη κατάσταση, βαστούσε την Ορνέλα από το λαιμό και την γρονθοκοπούσε. Το πουλερικό ξέφυγε προς στιγμήν πεταρίζοντας, όμως ο μέθυσος το πρόλαβε με ένα άλμα, το αγκάλιασε και πέσανε μαζί στη λάσπη. Της κατάφερε δύο γροθιές, κι έπειτα άλλες έντεκα. Έπειτα με ένα δυνατό σουτ-μύτο, που γκρέμισε και τον ίδιο, την έστειλε 30 μέτρα μακριά. Η Ορνέλα σταμάτησε να πεταρίζει.

 

9. Back to the future

«Η Ορνέλα στάλθηκε για να σας προειδοποιήσει» συνέχισε η συνθετική φωνή. «Ένας συνδυασμός των φρικτών πειραμάτων στα οποία μας υπέβαλλε ο Κωσταρέλλος και των τεχνικών απόδρασης στις οποίες παράλληλα εξασκούμασταν, έκανε την Ορνέλα την πρώτη κότα που μπορούσε να πετάξει μεγάλες αποστάσεις. Η αποστολή της ήταν να σας σταματήσει, εσένα και τον αδερφό σου, από το να συμμετέχετε σε μία διαφημιστική καμπάνια δημοσίων σχέσεων και branding η οποία θα επέτρεπε στον Κωσταρέλλο να συνεχίζει ανεμπόδιστος για μήνες τις θηριωδίες του εναντίον μας, καλυπτόμενος πίσω από την ειδυλλιακή εικόνα της χαρούμενης οικολογικής φάρμας»   

«Συγνώμη μισό λεπτό, αν κατάλαβα καλά, μιλάω αυτή τη στιγμή με κάποια συλλογική κότα, με πολλές κότες μαζί δηλαδή;»

«Α-χα» αποκρίθηκε η συνθετική φωνή, και συνέχισε:

«Όμως, παρά τα μη-λεκτικά μηνύματα τα οποία κατάφερε να σας εμφυσήσει η Ορνέλα, η ηλίθια η μάνα σου, που είχε φάει τα φούμαρα ενός γλοιώδους διαφημιστή εν ονόματι Ορέστη Νικολή του οποίου το μόνο μέλημα ήταν να την βάλει στο κρεβάτι του - πράγμα το οποίο κατάφερε να κάνει αμέσως και επανηλλειμένα- ήταν τόσο προσκολλημένη στην φαιδρή ιδέα περί της λαμπρής σας καριέρας ως ηθοποιοί, που σας έσυρε σε εκείνο το διαφημιστικό. Και έπειτα, ο θλιβερός πατέρας σας, σε μία έκρηξη κόμπλεξ κατωτερότητας, δολοφόνησε την Ορνέλα»

«Για μισό λεπτό πάλι» διέκοψε ο Ντικ, ο οποίος άκουγε αποσβολωμένος. Παρά την έκπληξή του, κατάφερε να μαζέψει κάπως τις σκέψεις του και να ρωτήσει: «Η Ορνέλα είχε όντως φτάσει πετώντας μία μέρα στο σπίτι μας. Το θυμάμαι σαν τώρα. Το ηλιοβασίλεμα έβαφε κόκκινο των ορίζοντα των Μεσογείων, όταν την είδαμε να έρχεται από τα δυτικά, πετώντας ψηλότερα και πιο περήφανα από κάθε άλλο πουλί… Όμως αυτό συνέβη σχεδόν ένα χρόνο πριν το διαφημιστικό. Πώς ήταν δυνατό να ξέρετε από πριν ότι θα πρωταγωνιστήσουμε εμείς ώστε να τη στείλετε να μας σταματήσει;»

Η συνθετική φωνή γέλασε.

«Εμείς οι κότες είμαστε πολύ πιο έξυπνες απ’ ότι νομίζετε εσείς οι άνθρωποι, μέσα στην αλαζονεία σας. Αυτή τη στιγμή σου μιλάμε, συλλογικά, μέσω μιας υπολογιστικά συντιθέμενης φωνής, όλες οι κότες-απόγονοι εκείνων των ελάχιστων κοτών που κατάφεραν να επιζήσουν από το κολαστήριο του Κωσταρέλλου. Εκτός του ότι μπορούμε να μετράμε, εμείς οι κότες κατέχουμε πλήρη συνείδηση και ενσυναίσθηση – κάτι που λίγοι από το βάρβαρο είδος σου μπορούν να ισχυριστούν. Επιπλέον, τα φρικτά πειράματα στα οποία μας υπέβαλλε ο γέρος Κωσταρέλλος, είχαν και κάποιες απρόσμενες παρενέργειες που μας έδωσαν νέες, μοναδικές δυνάμεις.»

 «Δηλαδή, αν πάλι κατάλαβα καλά, αυτά τα πειράματα στα οποία αναφερθήκατε…» είπε ο Ντικ, μη γνωρίζοντας αν χρησιμοποιούσε τον πληθυντικό για ευγένεια ή επειδή μιλούσε σε πολλές κότες μαζί, «…σας έδωσαν τη δύναμη να γνωρίζετε ότι εμείς θα παίζαμε σε ένα διαφημιστικό, πριν ακόμα αυτό γίνει, και για το σκοπό αυτό εκπαιδεύσατε μία κότα να πετάει και την στείλατε στο παρελθόν ώστε να μας βρει και να γίνουμε φίλοι και να υποσυνείδητα να μας πείσει να μην παίξουμε»

«Ε αυτό δε λέμε τόση ώρα;» απάντησε βαριεστημένα η συνθετική φωνή.  

«Τί συνέβη όμως στο Πτηνοτροφείο Κωσταρέλλου; Ήμουν πολύ μικρός τότε και δε θυμάμαι τίποτα…»

 


10. Γεύση και ποιότητα Κωσταρέλλος

«Είσαι ηλίθιος. Ωστόσο δεν λες ψέματα. Ώρα για μία μικρή ιστορική αναδρομή λοιπόν. Ο Διονύσης Κωσταρέλλος, πτηνοτρόφος από τα Μέγαρα, χοντράνθρωπος αποφασισμένος να πετύχει με όλα και κάθε μέσο, κατάφερε να επεκτείνει μία μικρή οικογενειακή πτηνοτροφική μονάδα τη δεκαετία του 1960, μη δεχόμενος πιστώσεις, κλέβοντας στο ζύγι, κάνοντας δολιοφθορές σε ανταγωνιστές και χρησιμοποιώντας τις διασυνδέσεις του μέσα στη δικτατορία των συνταγματαρχών. Για χρόνια οι αρμόδιες υγειονομικές υπηρεσίες κάνουν τα στραβά στα μάτια στις άθλιες συνθήκες που επικρατούν στα κοτέτσια του, ενώ αντίθετα είναι αμείλικτες με τους ανταγωνιστές του. Χαρακτηριστικό ήταν το σφράγισμα της Φάρμας Ζουγανέλη, μίας πρότυπης φάρμας εθελοντικής βοσκής και βασικού τότε ανταγωνιστή του Κωσταρέλλου, για υποτιθέμενες παρατυπίες στον τρόπο παραγωγής του χάρτινων αυγοθηκών τους. Ο μπάρμπα-Ζουγανέλης, προοδευτικό μυαλό και δημοκράτης, πέθανε λίγο αργότερα από τη στενοχώρια του – τον είχαν καταστρέψει οικονομικά τα δύο χιλιοστά χαρτοπολτού που αρνήθηκε να του πιστοποιήσει ο χουντικός ΕΛΚΟΤ.

Το 1972, λαμβάνοντας με χαριστικούς όρους δάνειο 30 εκατομμυρίων δραχμών, εξαιτίας των φιλικών σχέσεων που διατηρούσε με στελέχη της Εθνικής Τράπεζας και του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης της χούντας, ο Κωσταρέλλος κατασκευάζει το Βιομηχανικό Πτηνοτροφείο Κωσταρέλλου˙ η εκμετάλλευση και ο βασανισμός της κότας παίρνει πλέον μαζική, κτηνώδη μορφή.

Η δεκαετία του 1970 κυλάει με υπερκέρδη για τον Κωσταρέλλο, ο οποίος, όπως κάθε καλός καπιταλιστής, διατηρεί καλές σχέσεις και με την μεταπολιτευτική κυβέρνηση Καραμανλή, ενώ ούτε ο εκλογικός θρίαμβος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. το 1981 θα κλονίσει τις δραστηριότητές του. Το χρήμα, βλέπεις, δεν έχει ιδεολογία. Εμείς οι κότες το γνωρίζουμε καλά αυτό. Αυτό όμως που δεν προέβλεψε ο Κωσταρέλλος, ήταν μία ξαφνική αλλαγή στις συνήθειες του καταναλωτικού κοινού, που θα εξελισσόταν σε υπαρξιακή απειλή για την επιχείρησή του: το 1986, η μόδα της γαλοπούλας εισήχθη, όπως τόσες άλλες, από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Τα χαμηλά λιπαρά που υποσχόταν το νέο προϊόν, σε συνδυασμό με την αναδυόμενη τάση υγιεινισμού εντός της διευρυνόμενης τότε μεσαίας τάξης, θα εκτοξεύσουν τις πωλήσεις γαλοπούλας, σε ζημία φυσικά της κότας.

Βρισκόμαστε στη δεύτερη κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, και ο Υπουργός Γεωργίας Γιάννης Ποττάκης, που έχει αντικαταστήσει τον Κωνσταντίνο Σημίτη με τον ανασχηματισμό του Ιουλίου του 1985, δεχόμενος πιέσεις από ισχυρά συμφέροντα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού (η «ρεαλπολιτίκ» έχει πια αντικαταστήσει τη συνθηματολογία εναντίον των Αμερικανών και το «έξω οι βάσεις του θανάτου» ηχεί σαν γραφικός αναχρονισμός), απαγορεύει με έκτακτη φωτογραφική τροπολογία στον Κωσταρέλλο να αναμειχθεί στο εμπόριο γαλοπούλας.

Τότε ο Κωσταρέλλος αποφασίζει, κατόπιν εισηγήσεως του Δόκτορος Μαύρου, μιας σκιώδους προσωπικότητας αγνώστου προελεύσεως, να αναπτύξει εργαστηριακά ένα νέο προϊόν, που θα είναι ελαφρύτερο σε λιπαρά, ανώτερο γευστικά και σημαντικά φτηνότερο από τη γαλοπούλα. Υπό συνθήκες άκρας μυστικότητας διαμορφώνεται ειδικά και ασφαλίζεται η δυτική πτέρυγα του Πτηνοτροφείου, που περιλαμβάνει το Εκκολαπτήριο. Το σχέδιο «Μαύρη Κότα» τίθεται σε εφαρμογή.    

Τα όσα ακολουθούν θα στιγματίσουν για πάντα το ανθρώπινο είδος. Χιλιάδες αυγά εκτίθενται σε εξωφρενικές δόσεις ακτινοβολίας˙ οι περισσότεροι νεοσσοί πεθαίνουν, με φρικτούς πόνους, παραμορφωμένοι και σε παραλήρημα, πριν καν σπάσει το τσόφλι, κοπανώντας το κεφάλι τους σε αυτό˙ στους πιο τυχερούς, που καταφέρνουν να βγουν ζωντανοί από το αυγό, ο Δόκτωρ Μαύρος και το επιτελείο του επιφυλάσσουν μία σειρά από αδιανόητα πειράματα που περιλαμβάνουν βιοχημικές, ακτινολογικές και μηχανικές επεμβάσεις, όπως υδραυλική χονδροαναρρόφηση, πετροχημική εκμαύρυνση, ραδιοκοτολόγηση, συντονισμό λειριού με διεγέρτη μέσω παροχής εναλλασσόμενου ρεύματος, χειροπρακτική απόξεση λεπιών των ποδιών, χημείο-αποκόλληση ράμφους και άλλα πολλά, τόσο φρικτά που δεν τολμούμε να αναφέρουμε.

Ωστόσο τα πειράματα συναντούν δυσκολίες και η περίφημη Μαύρη Κότα παραμένει απλώς μία υπόθεση εργασίας στο διαταραγμένο μυαλό του Δόκτορος Μαύρου και του επιτελείου του, που όσο τα πειράματα τραβούν σε μάκρος, γίνονται όλο και πιο αποτρόπαιοι στις μεθόδους τους, υπό την αυξανόμενη ασφυκτική πίεση του Κωσταρέλλου ο οποίος βλέπει το μερίδιό του στην αγορά να υποχωρεί καθημερινά προς όφελος της εισαγόμενης γαλοπούλας.

Ταυτόχρονα, η εφημερίδα «Πρώτη» δημοσιεύει μία ανώνυμη καταγγελία (στη διάθεση της εφημερίδας τα στοιχεία του καταγγέλλοντος), που κάνει λόγο για σκληρά πειράματα και κακομεταχείριση των κοτών στο Πτηνοτροφείο Κωσταρέλλου. Δύο μέρες αργότερα, ο δημοσιογράφος της «Πρώτης» Σέργιος Λέπουρας και ο 29χρονος τεχνολόγος τροφίμων Τέλης Γλιέπης, εργαζόμενος στο Πτηνοτροφείο Κωσταρέλλου και πηγή της καταγγελίας, βρίσκονται δολοφονημένοι στο καρναβάλι της Πάτρας.

Τότε ο Κωσταρέλλος, για να αντικρούσει τις φήμες που πλέον πυκνώνουν, αλλά και για να ανακόψει την πτώση των πωλήσεών του και να κερδίσει χρόνο μέχρι την επιτυχή ανάπτυξη και το εμπορικό λανσάρισμα της Μαύρης Κότας, στην οποία πιστεύει ακράδαντα, αναθέτει στην διαφημιστική εταιρία Stephen & Geffen & Stephen Νικολής τη δημιουργία μίας καμπάνιας-αγιογραφίας για το Πτηνοτροφείο του: πράσινα λιβάδια, ξύλινα σπιτάκια, χαρούμενες κότες, όμορφα παιδάκια και τα σχετικά…μήπως αρχίζουν και σου θυμίζουν κάτι όλα αυτά τώρα Ντικ»;   

 

11. Πρεμιέρα

Ήρθε η μεγάλη μέρα! Θα δουν τον εαυτό τους στην τηλεόραση! Ο Ορέστης Νικολής ενημέρωσε την Ντίνα ότι η διαφήμιση θα παίξει στην ΕΡΤ2 σήμερα, αμέσως μετά το βραδινό δελτίο ειδήσεων.

Από νωρίς η Ντίνα προσπαθεί να ξεμεθύσει τον Μιχάλη. Του φτιάχνει ελληνικό καφέ, του βρέχει πετσέτες, αυτός όμως αντιστέκεται, σπάει τα φλυτζάνια, την σπρώχνει μακριά και ρίχνεται στον αγαπημένο του συνδυασμό ρετσίνας και μπύρας, τσουγκρίζοντας όπως πάντα τα μπουκάλια, επιτυγχάνοντας μία γουλιά ανά τρεις προσπάθειες.

«Πουτάνα! Σε κανόνισε ο φλώρος από τη διαφημιστική και πούλησες τα παιδιά μας! Αυτή είναι η καριέρα των ηθοποιών που σας έταξε; Που τα βάλανε να χορεύουν με τις κότες;»

«Αρκετά!» του φωνάζει η Ντίνα, που είναι αποφασισμένη να μην αφήσει τίποτα να χαλάσει τη μεγάλη βραδιά. Του ρίχνει ένα χαστούκι και του αρπάζει τα μπουκάλια από τα χέρια. Του δίνει με το ζόρι να πιει λίγο καφέ ενώ αυτός μονολογεί «κότες είχαμε και δω…» και φτύνει, τον αγκαλιάζει, του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί, άγνωστο τι, και προσωρινά τον ηρεμεί. Έπειτα ανοίγει την τηλεόραση που είναι πάνω στο πλυντήριο και φωνάζει τα δίδυμα που παίζουν έξω. Αυτά σταματούν να βασανίζουν τον ημιθανή Ντορή –έναν προσωρινά φιλοξενούμενο ηλικιωμένο γαϊδαράκο- και τρέχουν μέσα στο σπίτι, πάνω στην ώρα που τελειώνει ο καιρός για τους αγρότες…

Το σποτ αρχινά με εκείνη τη μελωδία˙ ένας κίτρινος χάρτινος ήλιος ανατέλλει πίσω από έναν καταπράσινο στρογγυλό λόφο από τσόχα˙ διάσπαρτες μηχανικές κότες τσιμπολογούν τη χλόη χαμογελώντας γύρω από ένα εμφανώς ψεύτικο, δισδιάστατο ξύλινο σπιτάκι με καρό κουρτίνες˙ τα δίδυμα, ντυμένα με πράσινα κολλάν και τσαμπιά μοβ σταφύλια που κρέμονται από τα αυτιά τους μπλεγμένα στις καστανόξανθες μπουκλίτσες τους, μπαίνουν στη σκηνή χορεύοντας˙ κοντινό στα ποδαράκια τους που χορεύουν φορώντας μυτερά ξωτικοπάπουτσα, έπειτα κοντινό στα κεφαλάκια τους που κουνιούνται στο ρυθμό της μουσικής, πάλι κοντινό στα ποδαράκια που χορεύουν∙ η κάμερα ταξιδεύει δεξιά όπου ξαφνικά εμφανίζεται μία μεγάλη κότα, καταφανώς άνθρωπος σε στολή κότας, που αγκαλιάζει με τις φτερούγες του τα δίδυμα και χορεύουν όλοι μαζί τραγουδώντας τους στίχους του τραγουδιού που μέχρι σήμερα στοιχειώνει το υποσυνείδητο του Ντικ˙ η μελωδία παίρνει ακόμα πιο σπιρτόζικη, κεφάτη τροπή, μα έπειτα σταδιακά γλυκοκυλά σε λυπημένο ακορντεόν˙ τότε η μεγάλη κότα βγάζει την κοτοκεφαλή- σκάφανδρο που φορεί και αποκαλύπτεται ο ίδιος ο Κωσταρέλλος, που σαν καλός πατέρας κοιτάζει στοργικά τα δίδυμα και στη συνέχεια κατάματα την κάμερα, και ξαφνικά αρχίζει να γελά δυνατά καθώς η εικόνα σιγά-σιγά σβήνει και αντικαθίσταται από το λογότυπο του Πτηνοτροφείου: μία δαφνοστεφανωμένη κότα πλαισιωμένη από το εθνόσημο.  

Δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς συνέλαβε αυτή την αισθητική ο σκηνοθέτης Τέλλος Αγρίππας˙ όμως το σποτ αυτό, μαζί με τα επόμενα, αποτέλεσαν την πιο επιτυχημένη διαφημιστική καμπάνια της δεκαετίας του ΄80˙ στον ντόρο βέβαια συνέβαλλαν και τα όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν…


12. La Resistance

Η συνθετική συλλογική κοτοφωνή συνέχισε:

Όμως κι εμείς δεν κάτσαμε με σταυρωμένα τα «χέρια». Καθώς τα πειράματα-βασανιστήρια σκότωναν και έριχναν στην τρέλα και την αναπηρία τους καλύτερους του σμήνους μας, ένας αποφασισμένος πυρήνας πήρε την απόφαση να αντισταθεί. Δημιουργήσαμε λοιπόν την Πτέρυγα Μάχης Φλοκ, υπαγόμενη απευθείας στη Σμηναρχία Πάπερτον – όνομα που δώσαμε προς τιμήν του Βρετανού Πτέραρχου Τομπάϊας Πάπερτον, μίας ηρωικής κότας που είχε οδηγήσει στην ελευθερία δεκάδες σμήνη από τα βασιλικά κοτέτσια της Φρειδερίκης τη δεκαετία του 1950. Για έμβλημά μας είχαμε την άγρια κόκκινη κότα της ζούγκλας Φλοκ– τον ελεύθερο πρόγονο της σημερινής εξημερωμένης κότας. Η Πτέρυγα Μάχης Φλοκ, αποτελούμενη από επιζώντες του πρώτου κύματος πειραμάτων που είχαν αναπτύξει υπερφυσικές δυνάμεις, έγινε ο φόβος και ο τρόμος των ανθρώπων του Κωσταρέλλου.  

Μια χούφτα αποφασισμένες κότες έσπειραν τον τρόμο στις τάξεις του εχθρού. Κινούμασταν γρήγορα, αθόρυβα. Τσιμπήσαμε μέχρι θανάτου δύο τσιράκια του Δόκτορα Μαύρου, δύο ειδικευόμενους πτηνίατρους Δαπίτες, τους πιο βάναυσους και μπουνταλάδες. Θελήσαμε έτσι να στείλουμε ένα μήνυμα στους υπόλοιπους. Η απάντηση του Κωσταρέλλου ήταν αποσιώπηση του περιστατικού, περισσότερη καταστολή και εντατικοποίηση των πειραμάτων.

Καταφέραμε να εισέλθουμε στη βάση δεδομένων του προγράμματος «Μαύρη Κότα»  και να την αλλοιώσουμε σβήνοντας, παραποιώντας και αντικαθιστώντας βιοχημικές μετρήσεις και πειραματικά αποτελέσματα, ώστε να δημιουργήσουμε σύγχυση και την εντύπωση ότι τα πειράματα δεν οδηγούσαν πουθενά και ότι το πρόγραμμα έπρεπε να εγκαταλειφθεί. Και πάλι τζίφος: ο Δόκτωρ Μαύρος διπλασίασε τη συχνότητα των πειραμάτων, εισήγαγε ακόμα πιο σκληρές τεχνικές, και εγκατέστησε νέο, αδιαπέραστο λογισμικό στους υπολογιστές του προγράμματος «Μαύρη Κότα».

Δεν ήμασταν όμως διατεθειμένες να εγκαταλείψουμε τον αγώνα έτσι εύκολα. Αναπτύσσοντας μία περίπλοκη τεχνική βίο-τήλε-χειρισμού, κατορθώσαμε να μπούμε στο μυαλό ενός λακέ του Δόκτορα Μαύρου, του Τέλη Γλιέπη, και να τον πείσουμε να διαρρεύσει στον Τύπο λεπτομέρειες για τις συνθήκες στο Πτηνοτροφείο Κωσταρέλλου. Ελπίζαμε έτσι στην αφύπνιση της κοινωνίας των πολιτών και στην ενεργοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους. Πόσο αφελείς ήμασταν! Ο ζάμπλουτος, διαπλεκόμενος Κωσταρέλλος είχε στο τσεπάκι του τους πάντες. Το θέμα κουκουλώθηκε και καμία άλλη εφημερίδα πλην της «Πρώτης» δεν το δημοσίευσε, ενώ μέρες αργότερα ο λακές Τέλης Γλιέπης και ο δημοσιογράφος Σέργιος Λέπουρας βρέθηκαν νεκροί μέσα σε στολές γαλοπούλας στα σκαλιά της Γεροκωστοπούλου.

Ταυτόχρονα, η κρατική τηλεόραση, το ραδιόφωνο, οι εφημερίδες και τα περιοδικά κατακλύζονταν από την διαφημιστική καμπάνια του Πτηνοτροφείου Κωσταρέλλου. Ασύλληπτο το μέγεθος της εξαπάτησης και της υποκρισίας: μία ειδυλλιακή, βουκολική εικόνα ενώ πίσω από κλειστές πόρτες το αίμα κότας πότιζε τη γης.

Μέσα στην απελπισία μας, αποφασίσαμε να σκληρύνουμε τη στάση μας. Δεν είχαμε άλλη επιλογή…Τους επόμενους μήνες θα δινόταν μία γενναία και άνιση μάχη.

 

13. Golden Years

Ξαστεριά και σιγαλιά, κεντημένη γλυκά με τον ήχο των τριζονιών. Από κάπου μακριά, ένα σκυλί γαβγίζει. Τα αμπέλια και οι ελιές λικνίζονται στο απαλό βραδινό αεράκι. Είναι δύο το βράδυ όταν η κόκκινη Άλφα Ρομέο, με σβηστά τα φώτα, σταματά πενήντα μέτρα έξω από την αγροικία˙ η Ντίνα αναμαλλιασμένη βγαίνει από την πόρτα του συνοδηγού, ένα χέρι την ξανατραβά μέσα, μετά από λίγο ξαναβγαίνει χαχανίζοντας, σουλουπώνεται λίγο, περπατά προς το σπίτι και ανοίγει την πόρτα όσο πιο σιγά μπορεί.

Μέσα στο σαλόνι ο Μιχάλης προσπαθεί να πιει ρετσίνα και μπύρα ταυτόχρονα, κλαίγοντας, ενώ κοιμάται. Στις μύτες των ποδιών, η Ντίνα γλιστρά στο υπνοδωμάτιο και χώνεται κάτω από τα σκεπάσματα. Αντικρυστά, στο διώροφο κρεβάτι των διδύμων, ένα ζευγάρι μικρά, υγρά ματάκια παρακολουθεί τα τεκταινόμενα.

Το επόμενο πρωί, η Ντίνα είναι ευδιάθετη καθώς σερβίρει έναν τριπλό σκέτο ελληνικό καφέ στον Μιχάλη και Hemo στα παιδιά. «Παιδιά! Μιχάλη! Κοιτάτε! Θα μας δείξει τώρα!» λέει καθώς ανοίγει την τηλεόραση πάνω στην ώρα.

Αιγαιοπελαγίτικη θάλασσα και μία απέραντη χρυσαφένια παραλία. Στην άκρη της, ένα άσπρο ξωκλήσι πάνω στο βράχο με τη γαλανόλευκη να κυματίζει στο μελτέμι. Κότες κολυμπούν σε σχηματισμό σταυρού στα γαλαζοπράσινα νερά και έπειτα βγαίνουν όλες μαζί στην αμμουδιά…κοντινό σε δύο-τρεις από αυτές που σε αργή κίνηση τινάζουν τα νερά από τα φτερά τους, οι σταγόνες ταξιδεύουν αργά προς όλες τις κατευθύνσεις˙ η κάμερα στρέφεται λίγο δεξιά για να αποκαλύψει τα δίδυμα, ηλιοκαμένα μέσα στα μαγιουδάκια τους, να κυλιούνται στην άμμο παίζοντας με τα κουβαδάκια τους και να δέχονται με γέλια και ενθουσιασμό τις σταγόνες˙ λίγο πιο κει, ξαπλωμένη στην πετσέτα με το φιδίσιο κορμί της να λάμπει από το λάδι μαυρίσματος, η μητέρα τους, παιγμένη από την πραγματική μητέρα τους, βλέπει τους γιους της να διασκεδάζουν με τις κότες, σηκώνεται αποκαλύπτοντας το υπέροχο σώμα της, και πάει δίπλα τους ώστε να διασκεδάσουν όλοι μαζί˙ μία ανάλαφρη ρέγγε μουσική τύπου UB40, στιγμές οικογενειακής ξεγνοιασιάς και χορού μέσω κοντινών πλάνων με αργή κίνηση˙ τότε στη σκηνή εισβάλλει ο Κωσταρέλλος, με ανοιχτό γαλάζιο πουκάμισο και ένα χρυσό σταυρό να λαμπυρίζει αντανακλώντας τον ήλιο στο δασύτριχο στήθος του˙ η καλλονή πέφτει στην αγκαλιά του και τον φιλάει με πάθος στο στόμα και το λαιμό, ενώ τα δίδυμα εξακολουθούν να χορεύουν δίπλα τους και ενθουσιάζονται ακόμα περισσότερο βλέποντας την ευτυχία των «γονιών» τους˙ cut και στο επόμενο πλάνο όλη μαζί η οικογένεια κάθεται σε ταβερνάκι πάνω στο κύμα, τρώγοντας κοτόπουλο˙ κοντινό στον Κωσταρέλλο, που καταβροχθίζει ένα μπούτι με λουκούλλεια ασυδοσία, γελώντας δυνατά με ανοιχτό το στόμα (σειρά από γερά δόντια με κοτόπουλο σφηνωμένο ανάμεσα τους) και κοιτάζοντας κατάματα την κάμερα˙ η εικόνα σιγά-σιγά σβήνει και αντικαθίσταται από το λογότυπο του Πτηνοτροφείου: μία δαφνοστεφανωμένη κότα πλαισιωμένη από το εθνόσημο.

 

14. Ο αγώνας συνεχίζεται

Τα πράγματα έχουν ζορίσει στο Πτηνοτροφείο. Οι σπιούνοι και οι κάμερες του Κωσταρέλλου δουλεύουν νυχθημερόν. Η παράνοια κερδίζει έδαφος μέσα στο σμήνος καθώς πολλαπλασιάζονται οι φήμες ότι ο Κωσταρέλλος έχει στρατολογήσει για ρουφιάνους κότες υπεράνω υποψίας. Η παραμικρή υποψία συμμετοχής στην Αντίσταση οδηγεί σε άμεση υποβολή στα φρικτά πειράματα που πλέον έχουν ποσοστό θνησιμότητας 100%.

Και, το χειρότερο απ’ όλα, ο Δόκτωρ Μαύρος παρουσιάζει στον Κωσταρέλλο τα πρώτα θετικά αποτελέσματα: ένα μαύρο κλωσόπουλο που καταφέρνει να επιβιώσει για 2 μέρες. Αμέσως μετά το θάνατό του, ελέγχεται εργαστηριακά και τα αποτελέσματα είναι πολλά υποσχόμενα: το μαύρο κρέας είναι πεντανόστιμο και τα λιπαρά του κάτω από 0.6%...

Ο Κωσταρέλλος τρίβει τα χέρια του και διατάζει την εντατικοποίηση των πειραμάτων. Απελπισία. Ακολουθεί ο σκληρός Απρίλης του 1986: τα υπολείμματα του πυρήνα Φλοκ πυκνώνουν τις επιθέσεις τους στα τσιράκια του Κωσταρέλλου, σκοτώνοντας άλλα δύο και τραυματίζοντας πάνω από δέκα. Σε αντίποινα ο Κωσταρέλλος διαλέγει τυχαία 30 κότες και τις αποκεφαλίζει, ενώ ταυτόχρονα μαθαίνουμε ότι ο Δόκτορας Μαύρος έχει καταφέρει να δημιουργήσει με επιτυχία άλλα δύο μαύρα κλωσόπουλα, ακόμα πιο νόστιμα και με ακόμα λιγότερα λιπαρά. Το κομάντο «Αλέκτωρ» συλλαμβάνει, ανακρίνει ανεπιτυχώς και τελικά τυφλώνει τσιμπώντας το νούμερο δύο του επιτελείου του Δόκτορος Μαύρου, τον Νοτιοαφρικάνο Δρ. N’ Γκουκλ Κ’ Νααα. Ο Κωσταρέλλος απαντά με τρομακτικά αντίποινα: Παρατάσσει 200 κότες στην αυλή του Πτηνοτροφείου και τις πατά με οδοστρωτήρα. Όλα φαίνονται χαμένα…    

Και τότε συντελείται κάτι που θα αλλάξει τον ρου της ιστορίας. Το ημερολόγιο γράφει 26 Απριλίου 1986. 1.577 χιλιόμετρα από το Πτηνοτροφείου Κωσταρέλλου, εκρήγνυται ο αντιδραστήρας ν.4 του Πυρηνικού Σταθμού Παραγωγής Ενέργειας του Τσερνόμπιλ της Σοβιετικής Ένωσης. Μία εβδομάδα αργότερα, στις 2 Μαΐου, οι άνεμοι φέρνουν το ραδιενεργό νέφος πάνω από τα Μέγαρα…  


15. Λεβάντε

Ο Μααρούφ ελ Εσκάφι ανοίγει την τηλεόραση:

Ένα βαρυφορτωμένο καραβάνι διασχίζει την έρημο κάτω από τον καυτό ήλιο˙ οι καμήλες ρουθουνίζουν ανήσυχα˙ η άμμος απλώνεται ατελείωτη για χιλιόμετρα μπροστά τους˙ κοντινό στον οδηγό του καραβανιού: τα μάτια και τα αυλακωμένα ζυγωματικά του βεδουίνου ίσα που φαίνονται πίσω από μπλε τουρμπάνι που τον προστατεύει από την αμμοβολή. Το βλέμμα της κακουχίας άξαφνα αλλάζει σε εκείνο της ελπίδας και γυρνώντας σε υποκειμενικό πλάνο βλέπουμε από τα μάτια του να αχνοφαίνεται στο βάθος μία όαση, τρεμουλιαστή από τη ζέστη.  

Το καραβάνι μπαίνει στην όαση˙ οι κουρασμένοι ταξιδιώτες βρίσκονται ανάμεσα σε χουρμαδιές, φοινικιές, κέδρους και πολύχρωμα αναρριχόμενα λουλούδια˙ ξεπεζεύουν από τις καμήλες και πλησιάζουν τη λιμνούλα στο κέντρο της όασης για να δροσιστούν˙ πίνουν νερό λαίμαργα και μόλις ξεδιψούν, σηκώνουν το βλέμμα και βλέπουν πως δίπλα τους κολυμπούν εφτά κότες.

Ένα νεαρό αγόρι τυλιγμένο με πέπλα τότε ξεπροβάλλει πίσω από μία χουρμαδιά λικνιζόμενο και παίζοντας φλογέρα˙ οι κότες κολυμπούν σε σχηματισμό ακολουθώντας το ρυθμό της μουσικής και στη συνέχεια η χορογραφία συνεχίζεται έξω από το νερό. Η μελωδία και ο χορός μαγεύουν τους ταξιδιώτες: στα βλέμματά τους τώρα καθρεφτίζονται υψηλές σκέψεις και ελπιδοφόρες αναμνήσεις, αισθήματα καλύτερων καιρών.

Στο επόμενο πλάνο, η συντροφιά είναι καθισμένη οκλαδόν, ενώ ανάμεσά τους κάθεται και ο Κωσταρέλλος, ντυμένος τσολιάς, με το χέρι του περασμένο στον ώμο του αγοριού˙ απολαμβάνουν φρεσκοψημένα ζουμερά μπούτια από κοτόπουλο˙ κοντινό στα πασπαλισμένα με γκλίτερ μάτια του αγοριού με τα πέπλα˙ κοντινό στον ντυμένο καραγκούνικα Κωσταρέλλο που καταβροχθίζει ένα μπούτι˙ γενικό πλάνο της όασης απ’ έξω˙ η εικόνα σιγά-σιγά σβήνει και αντικαθίσταται από το λογότυπο του Πτηνοτροφείου: μία δαφνοστεφανωμένη κότα πλαισιωμένη από το εθνόσημο, ενώ μία γυναικεία φωνή λέει στα αραβικά: Κοτόπουλα Κωσταρέλλος -  Η ελληνική όαση.


16. Άρχισε

Τα ξημερώματα της 3ης Μαΐου 1986 το ραδιενεργό νέφος εισέρχεται μέσω του συστήματος εξαερισμού στην ειδική Πτέρυγα ΚΜ του Εκκολαπτηρίου, όπου ο Δόκτωρ Μαύρος διενεργεί τα τελικά πειράματα ακτινοβόλησης αυγών. Κάμποσα κιλομπεκερέλ ραδιενεργού καισίου 137 επικάθονται στους κλωβούς, επιταχύνοντας το μαρτυρικό θάνατο των νεοσσών. Όχι όμως όλων! Από κάποια διαβολική συμπαιγνία της μοριακής βιοχημείας, στον Κλωβό 2, ένα κλωσόπουλο επιζεί. Θα μείνει γνωστό στην ιστορία ως η Μαύρη Κότα.

Μέσα σε μία ώρα, φτάνει το 1 μέτρο ύψος και τα 35 κιλά βάρος. Μπορεί να εκτελεί διηπειρωτικές πτήσεις με ταχύτητα επί του εδάφους 100 χιλιόμετρα την ώρα, με μία απίστευτη επιτάχυνση 0-100 χλμ. σε 2 δευτερόλεπτα – ένα εκρηκτικό πετάρισμα που όμοιό του δεν απαντάται πουθενά στη φύση. Καταλαβαίνει ελληνικά, αγγλικά και ρωσικά, ενώ αντί για νύχια έχει λεπίδες από τιτάνιο. Αντί για ράμφος, έχει πάλι λεπίδες από τιτάνιο. Πρόκειται να σπείρει τον όλεθρο σε εχθρούς και φίλους παρόμοια.

Ξεκινά κανιβαλίζοντας τα διπλανά αυγά. Το πρώτο άτυχο τσιράκι του Κωσταρέλλου που αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά και μπαίνει στο Εκκολαπτήριο για να ελέγξει, είναι μία 34χρονη πτηνίατρος, η χυμώδης Ασπασία Νομικού, κρυφή ερωμένη του Δόκτορος Μαύρου. Με αστραπιαία χειρουργικά τσιμπήματα της αφαιρεί το δέρμα και την αφήνει να τρεκλίσει για κάποια δευτερόλεπτα με εκτεθειμένους τους τένοντες και τα νεύρα εν πλήρη πανικό ουρλιάζοντας, πριν τελικά την αποτελειώσει τεμαχίζοντάς τη σε λωρίδες.

Βγαίνει έπειτα από το δωμάτιο των Κλωβών και κατευθύνεται στην αίθουσα ελέγχου του Εκκολαπτηρίου, όπου βρίσκεται η βάρδια υπηρεσίας, αποτελούμενη από 3 υπαλλήλους του Κωσταρέλλου, τους οποίους και τσιμπά πέραν αναγνωρισιμότητας. Μέσα σε δευτερόλεπτα έχει μπει στους κυρίως χώρους του Πτηνοτροφείου, και αναπτύσσοντας πλήρη ταχύτητα, με τα μεταλλικά του νύχια και το ράμφος να δουλεύουν ασταμάτητα, περνά μέσα από τα σμήνη πετσοκόβοντας αναρίθμητες κότες και διαλύοντας κλουβιά, επιτρέποντας σε κάποιες λίγες τυχερές κότες να δραπετεύσουν.

Στη συνέχεια κατευθύνεται στο Κτίριο Διοικήσεως, απ’ όπου για καλή τους τύχη ο ίδιος ο Κωσταρέλλος και ο Δόκτωρ Μαύρος απουσιάζουν. Δεν μοιράζονται ωστόσο την ίδια τύχη πενήντα περίπου εργαζόμενοι όλων των βαθμίδων που εκείνη την ώρα έχουν συγκεντρωθεί στο Αμφιθέατρο «Διονύσιος Κωσταρέλλος» για να παρακολουθήσουν τη διάλεξη που έχει οργανώσει το τμήμα HR με θέμα: «Σύσφιξη Σχέσεων Ομάδας – Εθνικό Όραμα – Διαχείριση Πουλερικού την Εποχή των Προκλήσεων». Θα ακολουθήσει μακελειό. Η Μαύρη Κότα θα αφήσει μόνο έναν υπάλληλο ζωντανό, ο οποίος μετά τη νοσηλεία του, έξι μήνες αργότερα, θα διηγηθεί την ιστορία με τα εξής λόγια:

 

«Είχαμε μαζευτεί στο αμφιθέατρο και σπάγαμε πλάκα. Ευκαιρία να χάσουμε δουλειά και έτσι όπως ήμασταν μαζεμένοι όλοι μαζί, το κάζο, το καλαμπούρι και το χιούμορ πήγαιναν σύννεφο. Τότε ανέβηκε στο βήμα η κυρία Τσιόδρα και ζήτησε ευγενικά την προσοχή μας. Κάτι στο ηχόχρωμα της φωνής της επίδρασε αμέσως σε όλους μας, και επικράτησε σιωπή. Ακόμα και ο Σκαρλάτος, το πιο μεγάλο πειραχτήρι, ζιζάνιο σωστό, σοβάρεψε. Η μειλίχια κυρία Τσιόδρα πάτησε ένα κουμπί στο τηλεχειριστήριο που κρατούσε και στο πανί πάνω από το βήμα προβλήθηκε η πρώτη διαφάνεια, τα «σλάϊτ» που τα λέγαμε τότε. Νομίζω έδειχνε μία κότα που περίστρεφε με το δάχτυλο της μία υδρόγειο σφαίρα.

Απ’ έξω αρχίσαμε να ακούμε ήχους από πράγματα που σπάζουν, και πριν καλά-καλά προλάβουμε να αρχίσουμε να μουρμουρίζουμε μεταξύ μας, οι ήχοι είχαν φτάσει ακριβώς έξω από την πόρτα του αμφιθεάτρου. Η κυρία Τσιόδρα μας είπε ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας και έβαλε το δάχτυλο στα χείλη της κάνοντας «σσσςςςςς». Τότε…δε θα ξεχάσω ποτέ αυτό που είδα τότε…Δώστε μου λίγο νερό. Ακόμα λίγο. Και ένα πανάκι. Αχ ναι. Νεράκι το καλύτερο πράμα. Δροσούλα. Καλύτερα τώρα. Που ήμασταν; Α, ναι, συγνώμη. Κάτι εκσφενδόνισε με απίστευτη ταχύτητα την πόρτα, η οποία εξαφάνισε το κρανίο της συμπαθέστατης κυρίας Τσιόδρα. Πριν καταρρεύσει το ακέφαλο σώμα της, η κυρία Τσιόδρα απέμεινε για ένα-δύο δευτερόλεπτα με το δεξί της χέρι να κάνει «σσσςςςς» στον αέρα. Οι γυναίκες και ο Κωνσταντίνος Τάπερ ούρλιαξαν. Μα πριν προλάβουμε να συνειδητοποιήσουμε τι είχαμε δει, το βλέμμα όλων καρφώθηκε σε ένα μαύρο πλάσμα που έστεκε κάτω από την άδεια κάσα.

Πριν τα μάτια μας καταφέρουν να εστιάσουν στο μαύρο πλάσμα (αν έπρεπε οπωσδήποτε να πω κάτι θα έλεγα ότι έμοιαζε με κότα σε ύψος πολύ κοντού άντρα), εκείνο άρχισε να χοροπηδά πάνω στα θρανία του αμφιθεάτρου, και με κάθε τσίμπημα έπαιρνε και από ένα κεφάλι. Ο πανικός ήταν απερίγραπτος, όλοι προσπαθούσαν να καλυφθούν για να σωθούν, στιγμές μικρότητας και ακραίου φιλοτομαρισμού αλλά και αυτοθυσίας και ανθρώπινου μεγαλείου, πάντως μέσα σε λιγότερο από ένα λεπτό όλα είχαν τελειώσει. Βαριά τραυματισμένος, κρύφτηκα κάτω από το πτώμα του Σκαρλάτου, και ίσα που πρόλαβα να δω το μαύρο πουλερικό να διαλύει ένα παράθυρο και να εξαφανίζεται στον ουρανό»    

 

Η συνέχεια είναι γνωστή. Αστυνομία, δημοσιογράφοι, έκτακτα δελτία ειδήσεων, πρωτοσέλιδα-σοκ, εικασίες και καταγγελίες μέχρι που μια καινούρια είδηση έρχεται να θάψει τις παλιές και η ζωή συνεχίζεται…Μετά από παρέμβαση της ΠΕ.ΚΟΤ, το Πτηνοτροφείο Κωσταρέλλου θα κλείσει με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης Αγαμέμνονα Κουτσόγιωργα και Υγείας Γεωργίου Γεννηματά. Ο Κωσταρέλλος θα δώσει μία τυπική κατάθεση στην αστυνομία, οι νομικές πλευρές του θέματος θα ταχτοποιηθούν από τους μεγαλοδικηγόρους του και ο ίδιος θα αποτραβηχτεί στη βίλα του στη Βάρκιζα. Ελάχιστα θα ακουστούν για αυτόν έκτοτε, και ακόμα λιγότερα –βασικά τίποτα- για τον Δόκτορα Μαύρο…

 

17. Κωσταρέλλος

«Διάολε, αυτές οι κότες μιλούν καλά!» σκέφτηκε ο Ντικ, που τόση ώρα άκουγε την ιστορία στα τέσσερα. Η όλη ιστορία του φαινόταν κάπως υπερβολική.   

«Και…τί θέλετε από μένα;»

«Η αλήθεια είναι ότι δεν θέλουμε τίποτα από σένα. Δεν θέλαμε καν εσένα» απάντησε η κοτοφωνή. «Αλλά μερικές κότες είναι ηλίθιες».

«..;»

«Θέλαμε τον αδερφό σου, τον Νικ. Και καταλήξαμε με σένα Ντικ, τον αποτυχημένο ντετέκτιβ δίδυμο αδερφό του»

«Τον…αδερφό μου; Έχω να δω τον αδερφό μου πάνω από τριάντα χρόνια» ψέλλισε ο Ντικ, ξύνοντας μία κοτόψειρα από την καράφλα του. 

Από τα βάθη του μυαλού του ανασύρθηκαν τραυματικές αναμνήσεις που έμοιαζαν να ανήκουν σε άλλον: Λίγο καιρό μετά από εκείνα τα διαφημιστικά, η Ντίνα ξαφνικά ανακοίνωσε στον Μιχάλη ότι τον εγκαταλείπει, παίρνοντας μαζί της μόνο τον Νικ, στον οποίο είχε αδυναμία, και αφήνοντάς του τον Ντικ. Τα δίδυμα έκλαιγαν και δεν ήθελαν με τίποτα να χωριστούν. Μα η μητέρα τους τα διαβεβαίωσε ότι θα μίλαγαν στο τηλέφωνο κάθε μέρα και θα συναντιόντουσαν κάθε σαββατοκύριακο˙ και πράγματι έτσι συνέβη την πρώτη εβδομάδα. Έπειτα η Ντίνα και ο Νικ εξαφανίστηκαν...

Ο Μιχάλης, ήδη καταβεβλημένος, δεν άντεξε και ένα πρωινό ήπιε μέχρι θανάτου. Ήπιε σκέτη ρετσίνα και λένε πως αυτό τον σκότωσε. Άλλοι είπαν πως μοιραίος στάθηκε ο συνδυασμός μπακαλιάρου και φέτας. Ήταν μόνο 27 χρονών. Καθώς ούτε η Ντίνα ούτε κάποιος άλλος αναζήτησε τον μικρό Ντικ, αυτός κατέληξε στην Πρόνοια˙ μα η τύχη του χαμογέλασε, και σύντομα υιοθετήθηκε από το καλόκαρδο ζεύγος Πουλ (τον στείρο Γάλλο Αλπινιστή Υβ Πουλ και την Ελληνίδα σύζυγό του, Ελένη Τόλια), οι οποίοι τον μεγάλωσαν σαν δικό τους παιδί στο διαμέρισμά τους στον Χολαργό. Είχε λοιπόν έτσι μία φυσιολογική, χαρούμενη ίσως, παιδική ηλικία και η ανάμνηση των αληθινών γονιών και του αδερφού του ολοένα ξέφτιζε μέχρι που εσβήσθη.

Η κοτοφωνή συνέχισε: «Μετά το χωρισμό, η μητέρα σου πήρε τον αδερφό σου και εγκαταστάθηκαν στη βίλα του Κωσταρέλλου στη Βάρκιζα. Μετά τα γεγονότα, ο Κωσταρέλλος τους μετέφερε, μαζί με την επιχείρησή του, στη Μέση Ανατολή. Εγκατέλειψε τις προσπάθειες για τη Μαύρη Κότα, καθώς εν τω μεταξύ και εξαιτίας του μακελειού είχαν θεσπιστεί αυστηροί, διεθνείς κανόνες από το IPC (International Poultry Council). Οι συνθήκες όμως στα πτηνοτροφεία του παρέμεναν άθλιες, και ο αδερφός σου συνέχισε να πρωταγωνιστεί σε διαφημίσεις που εξωράιζαν την εικόνα του Πτηνοτροφείου. Για μία ολόκληρη γενιά Ανατολιτών, από το Χαλέπι μέχρι το Σινά, το πρόσωπό του αδερφού σου – και κατά συνέπεια το δικό σου- ταυτίστηκε με την κότα. Και για την κότα με την υποκρισία, την δυστυχία και την εκμετάλλευση που δεν έλεγε να πάρει τέλος. Αποφασίσαμε λοιπόν να τον απαγάγουμε, ώστε να αναγκαστεί να βγει από την τρύπα του ο Κωσταρέλλος και να πληρώσουν επιτέλους και οι δύο για τα εγκλήματά τους εδώ, στον τόπο του εγκλήματος»

«Όμως, επειδή δεν είστε παρά ηλίθιες κότες, απαγάγατε τον λάθος αδερφό!» ακούστηκε τότε μία ύπουλη γεροντική φωνή. Ήταν ο ίδιος ο Κωσταρέλλος, που είχε τρυπώσει αθόρυβα σαν το ποντίκι.   

Είχε πατημένα τα 85 όμως τα πονηρά, δεξιά του μάτια γυάλιζαν με εύστροφη, διαπεραστική κακία.  

«Κωσταρέλλο! Δεν γνωρίζουμε πως βρέθηκες εδώ, όμως χαιρόμαστε που θα έχουμε την ευκαιρία να λογαριαστούμε μαζί σου για τελευταία φορά!» ακούστηκε από τα μεγάφωνα η συνθετική κοτοφωνή, για πρώτη όμως φορά χρωματισμένη με έναν τόνο ανησυχίας. 

«Ηλίθιες κότες! Γελοία πουλερικά! Πιστέψατε πραγματικά ότι είχατε ελπίδες εναντίον μου;» είπε ο Κωσταρέλλος. «Γνώριζα ότι κάποτε θα επιχειρούσατε να πάρετε την εκδίκησή σας. Γι’ αυτό και οι άνθρωποί μου δεν σταμάτησαν ποτέ να παρακολουθούν το Πτηνοτροφείο. Και τώρα, αντί να πέσω εγώ στην παγίδα σας, πέσατε εσείς στην δική μου! Το Πτηνοτροφείο είναι παγιδευμένο με τέσσερις τόνους TNT. Ηλίθιες κότες!»

Η κοτοφωνή άρχισε να αποσυντίθεται σε αλληλεπικαλυπτόμενα κακαρίσματα, παράσιτα, λευκό θόρυβο και κοτοκαυγά. 

Ο Ντικ παρακολουθούσε αποσβολωμένος. Με κόπο και τρεμάμενη φωνή κατάφερε να ψελλίσει:

«Ο αδερφός μου; Η μητέρα μου; Που είναι; Γιατί δεν με αναζήτησαν ποτέ;»

Το πρόσωπο του Κωσταρέλλου έλαμψε με κακία:

«Είναι νεκροί. Μετά τα καταστροφικά γεγονότα του Μάϊου του 1986, τα πράγματα τέλειωσαν για εμένα στην Ελλάδα. Έπρεπε να μεταφέρω τις δραστηριότητές μου αλλού. Το Τμήμα Ερεύνης Αγοράς της επιχειρήσεώς μου υπέδειξε ότι υπήρχε σημαντικό κενό στην οργανωμένη πτηνοτροφία στη Μέση Ανατολή. Οι άνθρωποι εκεί ήταν –και είναι- πολύ πίσω. Ήμουν ερωτευμένος με τη μητέρα σου -που μου την πάσαρε ο Ορέστης Νικολής με αντάλλαγμα δωρεάν δια βίου κότα - και την πήρα μαζί μου με το ζόρι. Εκείνη δεν ήθελε να εγκαταλείψει τον θλιβερό πατέρα σας, ούτε εσάς. Την απείλησα πως αν δεν ερχόταν μαζί μου θα σκότωνα όλη την οικογένεια. Δεν είχε άλλη επιλογή˙ με ικέτευσε να την αφήσω να σας πάρει μαζί της˙ δέχτηκα να πάρει μόνο τον Νικ και να αφήσει εσένα με τον πατέρα σου. Ίσως μέσα της πίστευε ότι μια μέρα θα ξανασμίγατε…»

«Κάθαρμα! Που είναι; Τί τους έκανες;»

«Τη μητέρα σου τη γλέντησα για κάμποσο ακόμα. Τον αδερφό σου, για κάποια χρόνια, τον έκανα το πρόσωπο του Πτηνοτροφείου Κωσταρέλλου για τον Άραβα καταναλωτή. Το εξωτικό καστανόξανθο αγόρι συνεπήρε τους μωαμεθανούς και έγινε συνώνυμο της νόστιμης, θρεπτικής και οικονομικής κότας. Όταν όμως έκλεισε τα 12, η εφηβεία άρχισε να χαλάει το γλυκό αγορίστικο μουτράκι του και μου ήταν πια άχρηστος, όπως και η μάνα σου με την οποία είχα πια ξεκαυλώσει για τα καλά. Όπως καταλαβαίνεις, αν τους άφηνα να φύγουν, θα με κατέστρεφαν˙ στην πραγματικότητα δεν είχα άλλη επιλογή…»

«Κάθαρμα! Θα το πληρώσεις!» είπε άνευρα ο Ντικ, ταρακουνώντας με προσποιητή μανία τα σίδερα του κλουβιού του.

Η συλλογική κοτοφωνή κατάφερε να ανασυντεθεί στιγμιαία, γεμάτη διακοπές και παράσιτα: «Ζζζζζττρρρρ…εμείς γιατί δεν ξέραμε ότι ο Νικ…νεκρός τόσα χρόνια..;…μπεκλόριτ κλόκετ..κττττ»

«Γιατί, εμπλουτισμένες με υπερφυσικές δυνάμεις ή μη, παραμένετε κότες! Ηλίθιες, αξιοθρήνητες κότες! Χα-χα-χα» άστραψε ο Κωσταρέλλος. «Και τώρα, ήρθε η ώρα να εξαϋλωθείτε! Και μαζί τους και εσύ θλιβερέ κοκορόμυαλε επιθεωρητή, παιδί-θαύμα του κώλου, ώρα να συναντήσεις την υπόλοιπη οικογένειά σου» είπε και πάτησε το κουμπί στο τηλεχειριστήριο που κρατούσε και από τα μεγάφωνα η συλλογική κότα άρχισε να μετρά αντίστροφα: «20, 19, 18…» Ο διαβολικός γέρος είχε καταφέρει να κάνει τις κότες να μετρούν αντίστροφα για τον ίδιο τους το θάνατο. «Ώρα να την κάνω τώρα» είπε και κινήθηκε προς την έξοδο.

Όμως ο Ντικ, έχει καταφέρει, άγνωστο πως, να ξεκλειδώσει το κλουβί του. Ανοίγει την πόρτα και επιχειρεί με ένα σάλτο να πιάσει τον Κωσταρέλλο˙ όμως, καθώς τα πόδια του έχουν ατροφήσει από την πολύ«ήμερη» ακινησία, δεν υπακούν στην εντολή του με αποτέλεσμα να σωριαστεί δύο εκατοστά παραπέρα, χτυπώντας άσχημα τα δόντια του σε μία ταΐστρα˙ καταφέρνει ωστόσο, μαζεύοντας όλη τη δύναμη της ψυχής, σκεπτόμενος όλα τα χαστούκια της ζωής, όλες τις ματαιώσεις και όλες τις ελπίδες του, κοντολογίς συγκεντρώνοντας με υπερπροσπάθεια όλο του το είναι στα ατροφικά ποδαράκια του, καταφέρνει να σηκωθεί!

12…11…10

Ο Ντικ χοροπηδά μερικά μέτρα και προλαβαίνει τον Κωσταρέλλο και του καταφέρνει μία πισώπλατη φάπα στον χοντρό ζαρωμένο σβέρκο του˙ ο Κωσταρέλλος γυρίζει έκπληκτος ˙ τα μάτια του γυαλίζουν και ο Ντικ νομίζει πως βλέπει τη φιδίσια γλώσσα του να συρίζει…9…8...προσπαθεί να του πάρει το τηλεχειριστήριο από τα χέρια, όμως ο γέρος του μπήγει τα νύχια στο μάγουλο, τον φτύνει στο πρόσωπο και τον σπρώχνει μακριά...7…6…ταυτόχρονα με την αντίστροφη μέτρηση, από τα μεγάφωνα ακούγεται και ένα πανδαιμόνιο από παράσιτα και κακαρίσματα˙ ο Ντικ σκουπίζει την χλέπα από τα μάτια και τα ούλα του και ξαναρίχνεται στη μάχη˙ αρπάζει το δεξί χέρι του Κωσταρέλλου που κρατά το τηλεχειριστήριο και ο γέρος του δαγκώνει τον καρπό με τα πανίσχυρα ψεύτικα δόντια του...5…4…όμως ο Ντικ του καταφέρνει με το άλλο χέρι ένα δυνατό μπουκέτο στη ρυτιδιασμένη χουντόφατσά του και το τηλεχειριστήριο εκτινάσσεται και προσγειώνεται στο τσιμεντένιο πάτωμα...3…2…ορμούν και οι δύο, όμως ο Ντικ είναι πιο γρήγορος και καταφέρνει να πατήσει το μεγάλο κόκκινο κουμπί και να σταματήσει την αντίστροφη μέτρηση κυριολεκτικά μεταξύ 1 και 0!

Έπειτα γυρνά και σπρώχνει τον αφρίζοντα Κωσταρέλλο, ο οποίος παραπατά, χάνει την ισορροπία του και πέφτει με ορμή με και αυτός με τα δόντια σε ένα τσιμεντένιο σκαλοπάτι…με το στόμα γεμάτο αίμα, ο χουντόγερος σηκώνεται και βγάζει από το εσωτερικό της καπαρντίνας του ένα περίστροφο και σημαδεύει τον Ντικ. Εμφανίζονται τότε πεταρίζοντας 40 κότες˙ ο Κωσταρέλλος για μία στιγμή τα χάνει, ξαναγυρνά όμως προς τον Ντικ και πυροβολεί πετυχαίνοντας τον στο ατροφικό του ποδαράκι˙ ένα σύντομο τσίριγμα σκίζει τον μεγάλο άδειο χώρο˙ ο Κωσταρέλλος αμέσως σημαδεύει ψηλότερα, μα πριν προλάβει να ξαναπατήσει τη σκανδάλη οι κότες εφορμούν συντονισμένα, ρίχνοντάς του το όπλο από το χέρι˙ με εκδικητική μανία που μόνο χρόνια αδικίας μπορούν να συσσωρεύσουν, οι κότες τσιμπούν τον Κωσταρέλλο σε κάθε εκατοστό του σώματός του˙ σε δευτερόλεπτα ο Κωσταρέλλος θυμίζει μισοτελειωμένο πίνακα αφηρημένου εξπρεσιονισμού.       

        

18. Πούλοκ

Αποκαμωμένος αλλά ανακουφισμένος, ο Ντικ κάθεται ανακούρκουδα στο πάτωμα και ανάβει ένα τσιγάρο. Γύρω του οι κότες, που χωρίς τον ειδικό υπολογιστή-συνθεσάιζερ μοιάζουν σαν οποιεσδήποτε κότες, κακαρίζουν τσιμπολογώντας τα απομεινάρια του Κωσταρέλλου. Ο Ντικ θυμάται τη μάνα και τον αδερφό του, τον άμοιρο πατέρα του, το όμορφο παιδικό όνειρο των γονιών του, τη μικρή Εδέμ που θέλησαν για την οικογένειά τους˙ και την φρικτή κατάληξη που είχαν όλα. Βουρκώνει και ένα δάκρυ μουσκεύει και σβήνει το τσιγάρο του.

Θυμάται τη γιαγιά ενός συμμαθητή του να διηγείται πως δεν ξανάφαγε κοτόπουλο από τότε που είδε να κόβουν το λαρύγγι μιας κότας στο χωριό˙ σκέφτεται πως και αυτός πλέον έχει αρκετούς λόγους για να μην ξαναφάει κοτόπουλο˙ κοιτάζει τις κότες γύρω του με νεογέννητη, βαθιά συμπάθεια, νοιώθοντας πως τον έχουν συγχωρήσει˙ τις συγχωρεί και αυτός.

Σιγά σιγά να την κάνουμε από εδώ λέει από μέσα του, καθώς σκέφτεται με λαχτάρα το διαμέρισμά του στην πολύβουη Αχαρνών. Είναι άνοιξη˙ σκέφτεται τις παρέες στους δρόμους και τις άγνωστες ιστορίες των ανθρώπων, τις νέον επιγραφές που φωσφορίζουν το σούρουπο, την κρύα μπύρα, τα κορίτσια με τα κοντά και τις νεραντζιές που ανθίζουν χαρίζοντας το μαγικό τους άρωμα στην Αθήνα. Συνειδητοποιεί πως η ζωή τελικά δεν είναι τόσο χάλια, και πως στο χέρι του είναι να…μα πριν ολοκληρώσει αυτή τη σκέψη, η περιφερειακή του όραση πιάνει φευγαλέα ένα μαύρο πλάσμα, σαν κότα στο ύψος τρομερά κοντού άντρα, να έρχεται κατά πάνω του περνώντας καταστροφικά μέσα από τις υπόλοιπες κότες˙ εφτά δευτερόλεπτα αργότερα, ο πίνακας αφηρημένου εξπρεσιονισμού είναι πια ολοκληρωμένος και μία μαύρη σκιά χάνεται με ταχύτητα στο γαλανό ουρανό της Αττικής.

 

Κυριακή, 12 Απριλίου 2020

Οι διακοπές του Νίκου


του Ιούλιου Πάνου Πτιμπέρ




Αρχές Αυγούστη

Ο Νίκος ανάρρωνε από μία ακόμα αποτυχημένη εμφύτευση μαλλιών. Δύο εβδομάδες βαριάς αντιβίωσης είχαν εξασθενήσει τις ήδη ετοιμόρροπες αντοχές του˙ κι αν η τακτική κατάποση διαγούρτης έσωνε όπως-όπως τη χλωρίδα του εντέρου του, το θρυμμάτισμα της ψυχής προχωρούσε ακάθεκτο. Χτες σαραντάρισε μα μόνο η μητέρα του θυμήθηκε τα γενέθλιά του.
Κρίμα. Και τρίμμα. Τρίμμα ψυχής, μα κυρίως τρίμμα από νέο-εγκατεστημένες μα ήδη νεκρές τρίχες. Αποκόλληση κόμης˙ σβόλοι μαλλιού στο πάτωμα˙ επιπλέον αραίωση. Μια πληγωμένη φαλάκρα και κανένα πλάνο για διακοπές. Έτσι έμπαινε ο Αυγούστης.
«Θα πάω διακοπές, έστω και μόνος μου!» ανακοίνωσε με τόλμη στον εαυτό του. «Κάπου θα χωθώ, καλά θα τα περάσω. Από το να κάτσω Αθήνα, καλύτερα θα΄ ναι».

Γκαράζ ν. 5

Έξι του Αυγούστη επιβιβαζόταν εποχούμενος στο Blue Star Patmos με προορισμό την Ανάφη. Η Ανάφη επιλέχτηκε ως fun προορισμός, με πιθανότητες εύρεσης γνωστών και, ο θεός αν το ήθελε, κάποιας κοπέλας. Και νάτος τώρα που εισέρχεται με το βαρυφορτωμένο Yaris του στο αποπνικτικό αμπάρι.
Ούτε λίγο δεν περίμενε η κακή του τύχη. Τον έπιασε λάστιχο καθώς ανέβαινε την εσωτερική ράμπα προς το γκαράζ νούμερο 5. Αγχωμένος, τράβηξε χειρόφρενο, αφήνοντας τον Ασπρή (έτσι έλεγε το αμάξι του επειδή ήταν άσπρο) να φράζει τη διέλευση των υπόλοιπων οχημάτων την ώρα της πλέον πυρετώδους φόρτωσης του πλοίου.
Με τρεμάμενα χέρια άνοιξε το πορτ-μπαγκάζ για να βγάλει τη ρεζέρβα, η οποία ήταν κάτω απ’ όλα τα πράγματα, σε ένα πορτ-μπαγκάζ εμμονικά τακτοποιημένο ως πάνω με προμήθειες και εξοπλισμό για ένα μήνα ελεύθερου κάμπινγκ. Μάλιστα, πολλά πράγματα, όπως μαξιλάρια, σερβίτσια, στρώματα, κτλ. τα είχε πάρει διπλά για την περίπτωση που ζευγάρωνε. Με σπασμωδικές κινήσεις όλα πετάχτηκαν έξω, πάνω στη λιγδερή ράμπα.
Η ζέστη ήταν αποπνικτική, το καυσαέριο από τα δεκάδες αυτοκίνητα που πλέον κάνανε ουρά έφραζε τους πόρους του. Αρκετοί κόρναραν, ένας φώναξε: «Γιατί τον παίζεις έτσι ρε μαλάκα; Κούνα!», ένας άλλος: «Γαμήσου! Προχώρα!»
Ο πανικός του Νίκου εντάθηκε και με μία αδέξια κίνηση γύρισε ανάποδα αδειάζοντας στην κατηφορική ράμπα την μπλε τσάντα ΙΚΕΑ που περιείχε ανοιχτό το νεσεσέρ του, πετσετάκια προσώπου (δεν τα αποχωριζόταν ούτε στο κάμπινγκ) τα κουζινικά και ένα επίσης ανοιχτό τάπερ με κεφτέδες της μάνας του. Οι κεφτέδες τσούλησαν στην κατηφόρα, προς την κατεύθυνση των υβριστών του, οι οποίοι εν τω μεταξύ είχαν πληθύνει. Ξεσπώντας απότομα, ο Νίκος ούρλιαξε: «Σκάστε επιτέλους!»
Δύο δεκαεννιάχρονοι Κρητικοί πετάχτηκαν από το πρώτο αμάξι, που πρωτοστατούσε στα κορναρίσματα. Ξυρισμένοι γουλί και με μουστάκι και οι δύο, με προορισμό την Πάρο, όπως έγραφε το χαρτάκι στους υαλοκαθαριστήρες,  του ζήτησαν αγριεμένα το λόγο. Ο Νίκος λούφαξε. Με τρεμάμενο φυλλοκάρδι και νεύρα, ιδρώνοντας μες το καυσαέριο, τα κορναρίσματα και τις προσβολές που δεν σταματούσαν, άλλαξε το λάστιχο όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Όταν τέλειωσε και έβαλε όπως-όπως τα πράγματα πίσω στο πορτ-μπαγκάζ, είδε ότι η μπλούζα του ήταν λερωμένη με γράσο. Στο καράβι φορούσε πάντα την αγαπημένη του μπλούζα καθώς θεωρούσε καθοριστική την πρώτη εντύπωση που θα έκανε σε μία υποθετική συνταξιδιώτισσα. Τώρα θα έπρεπε να βάλει τη δεύτερη αγαπημένη του μπλούζα, μα αυτή βρισκόταν στον πάτο της βαλίτσας η οποία βρισκόταν τώρα κάτω από όλα τα υπόλοιπα πράγματα. Καθώς τα κορναρίσματα πύκνωναν, ένα μισογεμάτο μπουκαλάκι νερό εκσφενδονίστηκε πετυχαίνοντας τον στο στόμα και τα δόντια. Έπνιξε ένα λυγμό, μπήκε στο αμάξι και προχώρησε. Ο μάγκικος, κοφτός τόνος του παρκαδόρου ναυτικού που έδινε οδηγίες εξάλειψε τα όσα ψήγματα αξιοπρέπειας είχαν επιζήσει μέσα του.

Το ταξίδι ξεκινά

Στο σαλόνι του καραβιού όλες οι διαθέσιμες θέσεις ήταν φυσικά πιασμένες, δεν ήταν δηλαδή διαθέσιμες. Επίσης έκανε πολύ κρύο λόγω του υπερβολικού κλιματισμού και αυτός φορούσε μόνο το μουτζουρωμένο κοντομάνικό του. Δεν γινόταν και να πάει πίσω στο αμπάρι και να ανοίξει το πορτ-μπαγκάζ για να πάρει το φούτερ του, έτσι που είχε κολλήσει το αμάξι του στο πίσω αμάξι υπό τις πιεστικές οδηγίες του μαγκίτη παρκαδόρου. Στο μυαλό του τώρα δικαιολογούσε την κατάστασή του, κάπως αδύναμα, λέγοντας ότι η μουτζουρωμένη μπλούζα είναι λίγο μαγκιά, ίσως και sexy.
Η ψευδαίσθηση όμως αυτή διαλύθηκε μονομιάς καθώς ένοιωσε αμέσως τα υποτιμητικά βλέμματα των επιβατών, που δεν προσπαθούσαν να κρύψουν την αποδοκιμασία τους, και έκανε τρεις φορές το γύρο του καραβιού, την κάθε φορά νοιώθοντας μεγαλύτερο κόμπλεξ από την προηγούμενη. Για μία στιγμή, η τύχη φάνηκε να του χαμογελά. Ένα άδειο τραπεζάκι στα Goodys! Έτρεξε αναξιοπρεπώς, σπρώχνοντας ένα μικρό παιδί, και το πρόλαβε.
Καθήμενος ηρέμησε λίγο, μα σύντομα πείνασε. Άφησε λοιπόν τα πράγματά του σε μία από τις τέσσερεις καρέκλες του τραπεζιού και πήγε στο ταμείο. Επιστρέφοντας με το δισκάκι του (το οποίο περιείχε ένα golden και ένα green - ό, τι θυμόταν δηλαδή από τα νεανικά του χρόνια το club ήταν κάποτε το αγαπημένο του, μα δεν είχε ξαναπάρει από τότε που ο Κάλλιος, ο μάγκας του γυμνασίου, τον είχε βάλει να φάει το κάθε τεταρτημόριο με μία μπουκιά, ενόσω οι συμμαθητές του, με πρώτη και καλύτερη την Πέπη με την οποία ήταν τρελά ερωτευμένος, γέλαγαν και του πέταγαν πατάτες, κατά τη σαββατοβραδιάτικη τους έξοδο στα Goodys Χολαργού, που είχαν μόλις ανοίξει στη θέση του συνοικιακού μπεργκεράδικου Beef, πεσμένο οχυρό μιας αθώας και ασφαλούς εποχής, όταν έβγαινε με τους γονείς του), επιστρέφοντας λοιπόν με το δισκάκι του, βρήκε τους δύο δεκαννιάχρονους τραμπούκους απ’ το γκαράζ να κάθονται στο τραπέζι του.
Προς στιγμή σάστισε και αμφιταλαντεύτηκε, μην ξέροντας τι να κάνει. Θεωρώντας όμως την παραίτηση απ’ το τραπέζι του πράξη ατιμωτική ακόμα και για αυτόν τον ίδιο, και βλέποντας πως δεν υπήρχε άλλο ελεύθερο τραπέζι, αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον εφιάλτη κατά μέτωπο. Κάθισε λοιπόν στη θέση του. Εκείνοι σταμάτησαν την κουβέντα τους και άρχισαν να χασκογελάνε.
«Γεια σας παίδες, κομπλέ, χωράμε όλοι» είπε ο Νίκος.
Εκείνοι γέλασαν. «Τι λέει;» κατάφερε να αρθρώσει μέσα από τα γέλια του ο ένας.
Πικρά κατέβαιναν οι πατάτες, πικρό και το μπέργκερ˙ κάθε μπουκιά ένας μικρός αγώνας. Ένοιωθε πως απ’ τα διπλανά τραπέζια τον κοιτούσαν, τον λυπούνταν και τον κορόιδευαν. Το καλαμάκι του είχε μια μικρή τρύπα, αναγκάζοντάς τον να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να καταφέρνει παρατεταμένες, ηχηρές μα αναποτελεσματικές ρουφηξιές. Ωστόσο πάλι καλά σκεφτόταν, όσο έτρωγε είχε κάτι να κάνει. Είχε κάπου να κοιτάει.
Όταν κατάπιε και την τελευταία μαρτυρική μπουκιά, συνειδητοποίησε ότι και οι δύο είχαν σταματήσει να γελάνε και είχαν τα μάτια τους καρφωμένα πάνω του. «Φίλε εντάξει με το λάστιχο;» είπε ο ένας και ξανασκάσανε αμέσως στα γέλια.
«Ναι, μια χαρά, εγώ θα πάω τώρα να την πέσω» είπε ο Νίκος, αν και δεν ακούστηκε μέσα στα γέλια.
«Φίλε σε ποιο νησί κατεβαίνεις;» ρώτησε ο πιο ψηλός από αυτούς.
«Ε…στην Ανάφη» είπε ο Νίκος που είχε κιόλας μισοσηκωθεί.
«Μην αγχώνεσαι, κάτσε να μας πεις για την Ανάφη» είπε ένας άλλος. «Ωραία μπλούζα».
«Ευχαριστώ» ψέλλισε ο Νίκος και αμήχανα ξανακάθισε, για να τον διακόψουν πάλι αμέσως:
«Ανάφη είναι που είναι όλοι με τις μαλαπέρδες έξω ρε! Ψηλέ την πετάς και συ έξω τη μαλαπέρδα σου;»
«Τα λέμε μάγκες» είπε μαζεύοντας τις δυνάμεις του ο Νίκος.
«Τα λέμε βλάκα» είπε ο ψηλός και του πέταξε μια πατάτα. Και αυτή, τον βρήκε στο στόμα.
Κατακόκκινος, πετάχτηκε τρέμοντας από την καρέκλα του, χτυπώντας άσχημα το μπούτι του στη γωνία του τραπεζιού. Κατάπιε όμως τον πόνο του και απομακρύνθηκε, σφίγγοντας τα δόντια και κουτσαίνοντας όσο το δυνατόν λιγότερο.
Είχε ήδη μπει στην αίθουσα με τις αεροπορικές θέσεις, όταν άξαφνα διασταυρώθηκε με μία απίστευτα sexy κοπέλα. Τόσο ξαφνική και απρόσμενη ήταν η εμφάνισή της, που ο Νίκος για μια στιγμή ξέχασε όλες τις ταπεινώσεις, καθώς για μια στιγμή ξέχασε τα πάντα. Γύρισε να την δει και από πίσω. Η θέα του φανταστικού πεταχτού κώλου της τον αποτελείωσε. Στοιχειωμένος, ένοιωσε το αγκάλιασμα της Στενοχώριας, εκείνης της μέγγενης της ψυχής, της μητέρας τόσης μέτριας τέχνης.
Σκέφτηκε να την ακολουθήσει, όμως το πόδι του τον πέθαινε και έπρεπε λίγο να κάτσει. «Θα την βρω σε λίγο» σκέφτηκε καθώς σωριαζόταν σε μία τριάδα άδειων καθισμάτων. Μην έχοντας όμως πανωφόρι, δεν άντεξε για πολύ το κρύο από τον κλιματισμό. Με το που υποχώρησε η μεγάλη σουβλιά, ξεδίπλωσε το γύρισμα της βερμούδας για να κρύψει την μελανιά και σηκώθηκε.
Περιπλανήθηκε στους εσωτερικούς χώρους του καραβιού. Η κοπέλα πουθενά. Απεναντίας άλλαξε δυο φορές δρόμο για να μην πέσει πάνω στους δύο νταήδες που όλο μπροστά του βρίσκονταν. Εκείνοι από μακριά αντιλαμβάνονταν την κοτιά του και το διασκέδαζαν με σφυρίγματα και χειρονομίες.
Ούτε έξω την πέτυχε πουθενά. Έκανε δύο φορές τον γύρο των εξωτερικών καταστρωμάτων δίχως αποτέλεσμα - την δεύτερη φορά ένοιωθε πώς όλοι τον είχαν δει να περνάει την πρώτη και τώρα λέγανε: «ρε τον γελοίο, να’ τος πάλι». Ένα σκυλί του γάβγισε˙ άνοιξε βήμα τρομαγμένος, και συνειδητοποίησε ότι χέζεται.

WC

Του πήρε κάμποση ώρα, ώρα που δεν είχε, να βρει την τουαλέτα. Όταν τα κατάφερε, ακολουθώντας τις οδηγίες ενός μούτσου, και πήγε να ανοίξει την πολυπόθητη πόρτα, του τη βγήκε ξαφνικά μπροστά ένας εύσωμος χίπης με man-bun και τραγίσιο γενάκι, που σκουντώντας τον και μιλώντας δυνατά στο κινητό του μπήκε πρώτος στην τουαλέτα, προσποιούμενος ότι δεν τον είχε δει - πράγμα αδύνατο.
Πρόλαβε έτσι και τη μοναδική διαθέσιμη τουαλέτα (η δεύτερη ήταν εκτός λειτουργίας), αναγκάζοντας το Νίκο να περιμένει διπλωμένος, δίπλα στους νιπτήρες, ακούγοντάς τον να καθυστερεί χαρακτηριστικά την έναρξη της ούρησης καθώς φλυαρούσε με επηρμένη φωνή για ζητήματα μηδέν και ψυχογραφήματα της πεντάρας στο τηλέφωνο: «…φίλε θεωρητικά δίκιο έχει η γκόμενα. Στην πράξη όμως στον πούτσο σου. Ανασφάλειες είναι αυτά ρε φίλε, και προβολές. Η γκόμενα μαν δεν έχει βρει το κέντρο της…».
Τέσσερα λεπτά -που μοιάσανε με τέσσερεις ώρες- αργότερα, το παιδοβούβαλο βγήκε από την τουαλέτα, δίχως να τραβήξει καζανάκι, ακόμα μιλώντας στο τηλέφωνο. Το βλέμμα του διασταυρώθηκε με αυτό του Νίκου, και καθώς έλεγε τη φράση «πούτσο και ξύλο» στο τηλέφωνο, του έκλεισε το μάτι. Μπαίνοντας τελικά στην τουαλέτα ο Νίκος αντίκρυσε μία κατακατουρημένη κουλούρα και την πλήρη έλλειψη χαρτιού υγείας. Οργή και αηδία τον κυρίευσαν. Ωστόσο το πράγμα δεν έπαιρνε αναβολή, «έχει ο θεός» σκέφτηκε και ενεργήθηκε σαν σε τούρκικη.
Όταν τέλειωσε, άκουσε το χώρο και είχε την εντύπωση πως δεν υπήρχε κανείς άλλος έξω στους νιπτήρες˙ έτσι, με κατεβασμένα τα παντελόνια, ασκούπιστος, άνοιξε δειλά την πόρτα και αποτόλμησε με ένα σάλτο, που λίγο έλειψε να τον γκρεμίσει, να προσεγγίσει το νιπτήρα για να πλύνει όρθιος τον κώλο του. Έπεσε όμως πάνω σε ένα δωδεκάχρονο αγόρι, το οποίο ούρλιαξε ξαφνιασμένο και βγήκε τρέχοντας. «Μαλακία παίχτηκε» σκέφτηκε ο Νίκος, όμως το πλύσιμο έπρεπε να γίνει. Η βρύση άνοιξε και οι χούφτες του κατηύθυναν με αστραπιαία ταχύτητα αλλά περιορισμένη ακρίβεια το νερό στην επίμαχη περιοχή το πάτωμα και το κατεβασμένο παντελόνι μουσκεύτηκαν, η καρδιά χτυπούσε γρήγορα, και πάνω που νόμισε πως τα κατάφερε, τη στιγμή που έτριβε για τελευταία φορά τον κώλο του, η πόρτα ανοίγει και...
Είναι ένας από τους δεκαννιάχρονους Κρητικούς! Ο νταής κοκκάλωσε, πέταξε ένα «ω να σου γαμήσω» και βγήκε βροντώντας την πόρτα. Γελώντας, άρχισε αμέσως να διηγείται φωνάζοντας τι είχε συμβεί σε άγνωστους που σταματούσε απ’ έξω. Ο Νίκος ανέβασε τα παντελόνια του και έπλυνε βιαστικά τα χέρια του. Δεν είχε κουράγιο να αντικρύσει τον όχλο και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να περιμένει μέσα στην τουαλέτα. Δέκα λεπτά αργότερα, όταν πήρε θάρρος ότι δεν ήταν κανείς πια απ’ έξω, ξεμύτισε.

Ένα πολλά υποσχόμενο δείπνο

Έπειτα από αυτή τη δοκιμασία, η τύχη φάνηκε να του χαμογελά. Μόλις το μάτι του πήρε μια ηλικιωμένη Γαλλίδα τουρίστρια να σηκώνεται από έναν καναπέ, έτρεξε αναξιοπρεπώς, σπρώχνοντας την αγουροξυπνημένη γριά, και ξάπλωσε. Κοιμήθηκε έτσι μερικές ώρες. Σαν σε καλό όνειρο, τον ξύπνησε μία όμορφη γυναικεία φωνή, που από τα μεγάφωνα ανακοίνωνε ότι το εστιατόριο self-service ήταν τώρα ανοιχτό. Δείπνησε γιουβέτσι με γλυκό τυρί πλάι στο φινιστρίνι.
Προσωρινά η καρδιά του ευφράνθηκε. Απέκτησε έτσι εκείνο το ύφος που όσοι τον ήξεραν έλεγαν ότι είναι το γοητευτικό του˙ φαινόταν να ονειροπολεί, παρ’ ότι στην πραγματικότητα δεν σκεφτόταν απολύτως τίποτα (ή σκεφτόταν πόση ώρα μένει μέχρι να ξαναφάει για βράδυ), κι ο ρεμβασμός χάριζε μια γλυκύτητα στο πρόσωπό του, που υπό συγκεκριμένη γωνία και φωτισμό θα μπορούσε να θεωρηθεί έως και όμορφο. 
Κοιτούσε λοιπόν συγκεχυμένα προς μία κατεύθυνση, χωρίς να βλέπει τίποτα. Όταν η συνείδηση του επανήλθε στο τώρα και το βλέμμα εστίασε, κατάλαβε ότι είχε απέναντί του μία πανέμορφη κοπέλα, σίγουρα ξένη και πιθανότατα Σκανδιναβή, η οποία μάλιστα του ανταπέδιδε το βλέμμα χαμογελώντας.
Ω θεοί της ανατροπής, απέραντη η δύναμή σας για ευτυχία καταμεσής της συμφοράς! Ένα παραδεισένιο σφίξιμο του έζωσε το στομάχι, ένα φωτεινό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του, ομορφαίνοντάς το περισσότερο. Δεν ήταν ιδέα του˙ η κοπέλα όντως του χαμογελούσε!
Το δέντρο του μέλλοντος άνθισε μονομιάς με τα εξαίσια άνθη πολύχρωμων πιθανοτήτων. Ταξίδευε μόνη. Του έγνευσε ένα γλυκό και ντροπαλό «γεια» με ένα βλέμμα μέσα στο οποίο ο Νίκος, εν ριπή οφθαλμού, διάβασε: σεξ αμέσως˙ ολονύχτιες αγκαλιές και χαχανητά κάτω από έναστρους ουρανούς σε παραλίες και beach bar˙ νυχτερινά πλατσουρίσματα σε μαγικά μαύρα νερά˙ αδέλφωμα ψυχών, κατανόηση και παντοτινή αγάπη˙ μία ευτυχισμένη πολυμελή οικογένεια˙ και, γιατί όχι, αθανασία.
Όμως εκείνη ακριβώς τη στιγμή από τα μεγάφωνα μία φρικτή πρίμα γυναικεία φωνή ανακοίνωσε, εν μέσω παρασίτων, την άφιξη στο λιμάνι της Νάξου. Μόλις η ανακοίνωση επαναλήφθηκε στα αγγλικά, η κοπέλα έπιασε την βαλίτσα της, σηκώθηκε και έφυγε.

Το αναλογούν επιδόρπιο

Και καθώς σηκώθηκε, φανερώθηκε το ζευγάρι που καθόταν στο πίσω τραπέζι. Ήταν η sexy κοπέλα, ο αρχικός του έρωτας! Αυτό το μελαχρινό αθλητικό κορίτσι με τα γατίσια μάτια, αυτή η γυναίκα-Θεριστής. Χασκογελούσε και πείραζε τα μαλλιά της συνεπαρμένη από τα λόγια του συνομιλητή της, ο οποίος ήταν…για να δω καλύτερα…έ όχι…ο μαλάκας ο χίπης από την τουαλέτα!
Ω θεοί της απελπισίας! Απέραντη η δύναμή σας για σκληρότητα! Στην άδεια του καρδιά ήρθε τώρα και εγκαταστάθηκε ένα σκατένιο σφίξιμο που έφτανε μέχρι το στομάχι. Την ήξερε άραγε από πριν; Ή έκανε το γλοιώδες του κονέ στο πλοίο; Τι σημασία έχει…αίσχος και θλίψη. Ας τους παρατηρήσω καλύτερα…

Μαρκ

Μα ένας ψηλέας ήρθε και στάθηκε ακριβώς μπροστά του, κόβοντάς του ολότελα τη θέα προς το ανίερο ζευγάρι. Κρατούσε ένα δίσκο με μουσακά και πατάτες τηγανιτές και έψαχνε κάπου να καθίσει.  Ήταν πραγματικά ψηλός, κοντά δύο μέτρα, κοκκινοτρίχης με φακίδες και ολόλευκο δέρμα, γυμνασμένος και ντυμένος με καινούρια ακριβά αθλητικά ρούχα, σαν περήφανος εκπρόσωπος ενός παντελώς αδιάφορου ανθρωπότυπου. Παρατηρώντας τον, θέλοντας και μη, το μάτι του Νίκου έπεσε πάνω στο φουτουριστικό προσθετικό του πόδι, έναν εξεζητημένο μεταλλικό ρομποτικό μηχανισμό, ο οποίος κατέληγε σε ένα φωσφορίζον υπέρ-τεχνικό Nike για τρέξιμο στο βουνό, νούμερο 49.
Διαγώνια στο θώρακά του είχε περασμένο ένα υβριδικό σακίδιο, στο οποίο δέσποζε μία κονκάρδα με την επιγραφή US Army Veteran. Έτσι είναι λοιπόν σήμερα οι βετεράνοι, συλλογίστηκε ο Νίκος.
Ο γίγαντας γύρισε το φαρδύ του μέτωπο που το σκίαζε ένα τζόκεϋ, κοίταξε το Νίκο στα μάτια και τον ρώτησε: “May I sit here please?”, ερώτημα στο οποίο ο Νίκος δε μπόρεσε παρά να ψευδίσει αιφνιδιασμένος “yes”. Ο γίγαντας κάθισε αντικριστά του, κρύβοντάς του ολότελα την κοπέλα.
Έτσι που το κάδρο του Νίκου τώρα αποτελούταν από: τη φάτσα του υπερφυσικού βετεράνου σε πρώτο πλάνο, να μασουλάει και να του ρίχνει κλεφτές ματιές που επιζητούσαν γνωριμία˙ και στο βάθος, τον χίπη να θριαμβεύει, διηγούμενος ένας-θεός-ξέρει-τι αηδίες στην αόρατη κοπέλα.    
Δέκα δευτερόλεπτα αργότερα, ο Αμερικανός του έπιασε την κουβέντα.
”Hello, are you from Greece?”
“Yes, Athens”
“Oh very nice, the Pantheon…”
“Yes, it’s good, and you?”
The States
Η συζήτηση κάπου εκεί έκανε την πρώτη της κοιλιά, και ο Νίκος προσπάθησε να επικεντρωθεί στα τεκταινόμενα στο πίσω τραπέζι, μονάχα για να τον διακόψει αμέσως ο Αμερικανός.
“So, what’s your name? I’m Marc”
Im Nikolaos” απάντησε κοφτά ο Νίκος, που διέκρινε κινητικότητα στο επίμαχο τραπέζι.
“So, where are you off to?” συνέχισε αλύπητα ο Μαρκ.
“Anafi”
“Oh, that’s great, that’s where I’m headed too! Do you have a car?” είπε με την ευθύτητα που χαρακτηρίζει το λαό του.
Ο Νίκος ζορίστηκε, βλέποντας προς τα που πάει η δουλειά. Πώς όμως να πει ψέματα σε έναν ανάπηρο; Επιπλέον θα ήταν χειρότερο να έλεγε όχι, και μετά να τον  πετύχαινε συνέχεια με το αμάξι του στην Ανάφη.
Εξαναγκάστηκε λοιπόν σε ένα άπνοο “Yes” .
“So, you’re headed to the hippie beach, Rokonos?” συνέχισε αμείλικτα ο ψηλός.
Με τη φωνή μετά βίας να βγαίνει απ’ το στόμα του, ο Νίκος εξέπνευσε ένα ακόμα “yes”.
“Cool! So you can give me a ride” συμπέρανε χαρούμενα ο βετεράνος.
Ο Νίκος έγνευσε καταφατικά (φωνή πια δεν έβγαινε). Εκείνη τη στιγμή το ζεύγος σηκώθηκε, εκείνη επιτέλους φανερώθηκε μαζί με τον απίστευτο κώλο της, και βγήκε αγκαζέ με το χίπη από το self-service χαχανίζοντας.

Νυχτερινό ταξίδι

Ο Νίκος πετάχτηκε για να τους ακολουθήσει, κοντοστάθηκε όμως γιατί έπρεπε να κανονίσει με τον Μαρκ που και πώς θα τον μαζέψει, έξω από το καράβι, μόλις φτάσουνε. Εξαιτίας αυτής της μικρής καθυστέρησης, έχασε το ζεύγος από τα μάτια του.
Έτσι περιπλανήθηκε άλλα είκοσι λεπτά, για να τους εντοπίσει τελικά καθισμένους σε μία έρημη γωνία του ανώτερου καταστρώματος, να πίνουν ένα μπάφο ατενίζοντας τις ασημένιες ανταύγειες του φεγγαριού πάνω στη μαύρη θάλασσα. Σε όλο το πάνω το κατάστρωμα δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος. Μουδιασμένος, περπάτησε στις μύτες των ποδιών και στάθηκε αθόρυβα από πίσω τους.
«…και κάθονται όλοι στα κουτάκια τους, και πάνε στις δουλίτσες τους, και μετά πεθαίνουν! Κοιτάτε ρε ζώα το φεγγάρι, μυρίστε ένα λουλούδι, μιλήστε σε ένα παιδί, ίσως μάθετε κάτι!»…άκουσε το χίπη να λέει. «Ισχύει» συμφώνησε η κοπέλα. «Αυτό δεν την τιμάει» σκέφτηκε ο Νίκος, «δεν πειράζει όμως». Προσπάθησε να κάνει απόλυτη ησυχία, και σχεδόν κράτησε την αναπνοή του για να μπορέσει να ακούσει κι άλλα. 
Όμως αυτοί γύρισαν και τον είδαν, κι ο Νίκος αμέσως σκέφτηκε ότι θα τον νομίζουν για ασφαλίτη («προβολή» δικών του κολλημάτων από την εποχή που έπινε μπάφους σε παρκάκια ως μαθητής λυκείου) και έτσι, για ακόμη μία φορά ντροπιασμένος και ηττημένος, γύρισε γρήγορα και άρχισε να περπατάει, απαντώντας τάχα σε μία κλήση στο κινητό του: «Έλα ρε, τι λέει…» είπε στον φανταστικό συνομιλητή του. Για κακή του όμως τύχη, εκείνη την ώρα ήρθε ένα μήνυμα (από την Cosmote), το διαπεραστικό κουδούνισμα του οποίου σχεδόν του τρύπησε το τύμπανο. Κατέβηκε τα σκαλιά όπως όπως, έχοντας ακόμα το τηλέφωνο στο αυτί του και κάνοντας γκριμάτσες συνομιλίας.
Εν τέλει το «έκλεισε», περιπλανήθηκε, και τελικά σταμάτησε στο κυλικείο. Ήπιε ένα Μίλκο καθώς του γυάλισε η νέα συσκευασία (είχε να πιει Μίλκο από 20 χρονών) και αποκοιμήθηκε εξαιρετικά άβολα σε μία πλαστική καρέκλα. Στις 3.30 το πρωί πετάχτηκε, πιασμένος, από τη φρικτή πρίμα γυναικεία φωνή που ανακοίνωνε την άφιξη στην Ανάφη. Κατέβηκε τρέχοντας στο αμπάρι ν. 5, μπήκε στο αμάξι του από τους πρώτους, και βγήκε στο νησί τελευταίος, πίσω από δύο βυτιοφόρα.

Ανάφη

Παρά το κομφούζιο της αποβίβασης, ξεχώρισε αμέσως τον Μαρκ. Πανύψηλος μέσα στη φωσφορίζουσα ζακέτα του, συνομιλούσε με έναν μαύρο νάνο που καθόταν πάνω σε μία τεράστια, σκληρή καρό βαλίτσα.
Μόλις ο Νίκος σταμάτησε με αλάρμ δίπλα τους, ο Αμερικανός είπε: “Hey, thats Gordon, my new boat pal. He’s from London. Can we give him a ride to Rokonas?”
Έρμαιο ξανά των εξελίξεων (πώς να αρνηθώ σε έναν…είναι και…), βρέθηκε να τακτοποιεί τα μπαγκάζια των τουριστών στα πίσω καθίσματα του Ασπρή, μιας και το πορτ-μπαγκάζ ήταν ήδη γεμάτο με τα δικά του πράγματα, τα οποία καταλάμβαναν και σημαντικό μέρος των πίσω καθισμάτων, έτσι που με τους δύο τουρίστες και τα πράματά τους όλο το αυτοκίνητο γέμισε πλέον ασφυκτικά.
Δεν είχαν προλάβει να προχωρήσουν δεκαπέντε μέτρα, όταν στην άκρη του δρόμου, αντίκρυσε εκείνη, μόνη, να κάνει οτοστόπ (τέτοια γκόμενα και ο χίπης την άφησε να πάει μόνη της. Έτσι όμως θέλουν αυτές. Ξέρουν αυτοί. Αλίμονο σε μας. Σε μένα). Τα γατίσια μάτια της διασταυρώθηκαν με τα δικά του. Αυτός μόρφασε, σχηματίζοντας στη φάτσα του τη λέξη «δυστυχώς…», και σε αυτό το «δυστυχώς» χώρεσε όλη η πίκρα του κόσμου, αφού δεν χωρούσε εκείνη. Μέσα του λύσσαγε τόσα διπλά σετ είχε προνοήσει να πάρει για ένα ενδεχόμενο ζευγάρωμα και τώρα που παρουσιαζόταν η μητέρα των ευκαιριών, δύο τυχαίοι θλιβεροί τύποι του έκλειναν το δρόμο.
Wow, that girl was hot!” ακούστηκε πνιχτά μέσα από τα μπαγκάζια στο πίσω κάθισμα η φωνή του Gordon, σε άψογη Λονδρέζικη προφορά.
You fuckinbet she was!” συμπλήρωσε ενθουσιασμένος στα αμερικανικά ο Μαρκ.
Are you crying mate?” είπε ο Gordon, που διέκρινε μέσα από τον καθρέφτη ένα δάκρυ στο μάγουλο του Νίκου.
Εκείνος δεν απάντησε και άρχισε να οδηγεί σαν τρελός. Πέντε λεπτά φρενήρους οδήγησης στις στροφές και τρεις τυφλές προσπεράσεις αργότερα, το αμάξι έστριβε στο χωματόδρομο του Ρούκουνα. Σταμάτησε μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης στο πάρκινγκ πίσω από την ταβέρνα. Η νύχτα ήταν αφέγγαρη, η ώρα 4.10, σκοτάδι πίσσα.
Οι τουρίστες βγήκαν από το αμάξι χλωμοί, αμίλητοι και τρομαγμένοι˙ ευχαρίστησαν αμήχανα το Νίκο, φορτώθηκαν τις τσάντες τους, άναψαν τους φακούς τους και άρχισαν να κατηφορίζουν προς την παραλία.
Ο Νίκος ένοιωσε άσχημα. Δεν φταίγανε αυτοί για τη μόνιμη ατυχία και δυστυχία του. Πλημμύρισε με ενοχές. Τους πρόλαβε και τους πρότεινε να αράξουν όλοι μαζί στα τραπέζια της κλειστής ταβέρνας και να μοιραστούν ένα μπουκάλι τσίπουρο που είχε μαζί του. Έτσι κι αλλιώς, τους εξήγησε, δεν μπορούσαν να στήσουν μέσα στο σκοτάδι, και επιπλέον τους άξιζε ένα καλωσόρισμα. Διάολε, πρώτη μέρα διακοπών!
Το μποστάνι μπροστά από την ταβέρνα μύριζε όμορφα μες τη σιγαλιά της θερινής νύχτας, και ένα απαλό αεράκι μετέφερε τη γλυκιά αίσθηση πώς όλα είναι θέση τους και όλα είναι καλά. Ήχος από γρύλλους, και πιο μακριά, πέρα από τα ηλιοτρόπια που λικνίζονταν στο νυχτερινό αεράκι, τα κύματα της θάλασσας. Μία αγνή αισιοδοξία γέμισε τα πνευμόνια: αγαλλίαση. Οι κακοτοπιές της καθημερινότητας φάνταζαν μακρινές και ανεξήγητες.
Ήπιαν το τσίπουρο και μέχρι να χαράξει είχαν μιλήσει και οι τρεις για τις ζωές τους.

Συστάσεις

Ο Gordon μίλησε για το πώς ήταν να μεγαλώνει στη Τζαμαϊκανή κοινότητα του ανατολικού Λονδίνου στα 80ς˙ για τους γονείς του, μετανάστες πρώτης γενιάς˙ για το ξύλο που έτρωγε από τον πατέρα του˙ για τις κοροϊδίες και το ξύλο που έτρωγε από τα παιδιά της γειτονιάς˙ για το ξύλο που τρώγανε όλοι μαζί από την αστυνομία˙ για την αγάπη του για τους Specials και τον Benny Hill˙ και για τον αγώνα του, μέσω επίπονης μελέτης, ν’ αφήσει πίσω του το γκέτο και να περάσει στο τμήμα Media του πανεπιστημίου για να σπουδάσει δημοσιογραφία που ήταν το όνειρό του˙ για το επίτευγμά του να αλλάξει την προφορά του από Τζαμαϊκανή σε Λονδρέζικη και μαζί με αυτήν, τη ζωή του. Κατάφερε έτσι να γίνει ο κύριος του εαυτού του στο δωμάτιό του, καθώς συνέχιζε να ζει στο πατρικό του, μιας και η περιστασιακή αρθρογραφία στην τοπική εφημερίδα δεν του εξασφάλιζε τα προς το ζην.
Ο Μαρκ μίλησε για τη ζωή στο τροχόσπιτο στην Πενσυλβάνια˙ για την αγάπη του για τον Doc Watson και την μπέρμπον˙ για την παρακμή της βιοτεχνίας που δούλευε ο πατριός του και οι έξι μεγάλοι του αδερφοί˙ για τον αλκοολισμό του πατριού του και το φευγιό της μάνας του˙ για την ευκαιρία μιας νέας ζωής που ήταν για αυτόν η ένταξη στο στρατό˙ για την πρώτη εκστρατεία στο Αφγανιστάν˙ για την δεύτερη στο Ιράκ και την πολιορκία της Φαλούτζα˙ για τον αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό που θέρισε δύο συναδέλφους και το δεξί του πόδι˙ για τον μακρύ αγώνα της αποκατάστασης και τα άλματα της ιατρικής προσθετικής τεχνολογίας. Τέλος μίλησε για την κατεστραμμένη προσωπική του ζωή και το μεγάλο μοναχικό του ταξίδι στην Ευρώπη, τελευταίος σταθμός του οποίου ήταν η Ελλάδα.
Ο Νίκος μίλησε για τα παιδικά του χρόνια στο Χολαργό˙ για τα ανέμελα πρώτα έτη της φοιτητικής ζωής στην ΑΣΟΕΕ˙ για την αγάπη του για το Σαββόπουλο και το Μίκη Θεοδωράκη, και την εξέλιξη που είχαν σαν χαρακτήρες (ή ήταν πάντα έτσι;). Ακούγοντας τον εαυτό του να μιλάει για όλα αυτά, συνειδητοποίησε πόσο μηδέν και πόσο εύκολη ήταν η ζωή του σε σχέση με τους άλλους. Μόνο χάρη στο τσίπουρο κατάφερε να συνεχίσει να μιλάει για τη δουλειά του στα κεντρικά του Πλαισίου στη Μαγούλα Αττικής. Για τα προσωπικά του δε μίλησε καθόλου. Το τσίπουρο τέλειωσε και είχε ξημερώσει˙ αποφάσισαν να κατέβουν στην παραλία για να βρουν κάπου να κοιμηθούν.

Ελεύθερο κάμπινγκ

Το ξημέρωμα σε αυτά τα μέρη είναι πάντα μαγικό. Τα χρώματα είναι ωραιότερα από ποτέ, η αρμονία της πλάσης αποτυπώνεται στην ευκρίνεια των μορφών και η ησυχία αγκαλιάζει προσεκτικά τα πάντα. Ο κόσμος είναι νεογέννητος και γεμάτος υποσχέσεις μες τη βρεφική του κουβερτούλα. Τα πάντα εν σοφία…Αντικρύζοντας όμως ο Νίκος την παραλία του Ρούκουνα, τα μάγια λύθηκαν˙ τρεις σειρές σκηνές πάνω στην παραλία η μία κολλητά πάνω στην άλλη, καβάτζες, πανιά και κατασκευές όλων των σχημάτων και χρωμάτων, περιστασιακές γιρλάντες από κωλόχαρτα και ο ήλιος αμείλικτος να πλησιάζει πίσω από τα βουνά την αιγαιοπελαγίτικη αυτή τενεκεδούπολη.  
Ήσαν όμως πολύ κουρασμένοι και μεθυσμένοι και λύση άλλη δεν υπήρχε. Και έτσι η παρέα πήρε να βαδίζει προς το αλλοπρόσαλλο δυστοπικό σύμπλεγμα τσαντιριών. Ο Νίκος με το sleeping bag του παραμάσχαλα, ο Μαρκ με τον παραφουσκωμένο εργονομικό σάκο πλάτης του και ο Gordon σέρνοντας την τεράστια βαλίτσα του, κίνησαν προς ένα μικρό άνοιγμα ανάμεσα σε τρεις σκηνές και μία αιώρα. Μόλις έφτασαν σωριάστηκαν στην άμμο ανάμεσα σε άπλυτα κατσαρολικά με υπολείμματα φακόρυζου, κονσέρβες τόνου, αυτοσχέδια τασάκια με τζιβάνες και μισοφαγωμένα ροδάκινα, πετσέτες ξεραμένες κόκκαλο, αταίριαστες παντόφλες και μία πρόσφατα σβησμένη εστία φωτιάς. Επίμονες μύγες, πολλά κουνούπια και γοργοπόδαρα σκαθάρια της άμμου συμπλήρωναν το σκηνικό.
Μιάμιση ώρα αργότερα ο Νίκος ξυπνούσε από μία αχτίνα ήλιου που σούβλιζε κατακόκκινη το μάτι του. Ο Μαρκ και ο Gordon κοιμούνταν ακόμα˙ ο Μαρκ χωμένος ολόκληρος στο τεχνικό sleeping-bag του και ο Gordon ανάσκελα, με δύο μύγες να εναλλάσσονται στο ανοιχτό του στόμα. Γύρω τους απλωνόταν απέραντος ο καταυλισμός από σκηνές και καβάτζες κάθε είδους. Στην άκρη της παραλίας ένας παχύς μεσήλικας με κοψιά φοροτεχνικού έκανε τον «χαιρετισμό στον ήλιο». Προς τα πίσω, ένας τουρίστας με ξανθιές τζίβες ξεμάκραινε κρατώντας ένα ρολό κωλόχαρτο. Η κοπέλα του τον ακολουθούσε κουτσαίνοντας και τρώγοντας ένα ζουμερό ροδάκινο˙ του το πρότεινε και αυτός το αρνήθηκε με μια χειρονομία αγανάκτησης˙ έπειτα χάθηκαν πίσω από τα αρμυρίκια. 
Μέσα στην απαλεψιά της νύστας, ο Νίκος συνειδητοποίησε με φρίκη που βρισκόταν. Οι άνθρωποι, αυτοί που είχε δει και όσοι φανταζόταν να κοιμούνται στις σκηνές, του φαίνονταν ξένοι και αποκρουστικοί. Χώρια που ήταν όλοι τουλάχιστον μια δεκαετία μικρότεροί του. Σκιά και μέρος για καβάτζα πουθενά. Μόνη του παρέα δύο άγνωστοι τουρίστες. Το τραύμα από την εμφύτευση άρχιζε να τσούζει καθώς ανέβαινε ο ήλιος. Τον έπιασε βαθιά απελπισία.

Μπάτσοι

Στην αρχή δεν κατάλαβε τι γινόταν. Γρήγορες ανάσες, σάλια και μια μουσούδα να τραβολογά την τσάντα του. Το λυκόσκυλο φορούσε γιλέκο. Γύρισε και έντρομος είδε τρεις αστυνομικούς. Το μυαλό του πήγε αμέσως στο χόρτο που είχε στην τσάντα του. Ο σκύλος γάβγισε και η ψυχή του πάγωσε. Εν τω μεταξύ ο Gordon και ο Μαρκ είχαν ξυπνήσει και προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε.
Ο ένας μπάτσος τράβηξε με το λουρί το σκύλο και ο άλλος ζήτησε από το Νίκο να ανοίξει την τσάντα.
“Oh my God Nikos, what on earth is going on?” είπε ο Gordon.
Idont…” πήγε να πει ο Νίκος, αλλά εκείνη τη στιγμή ο τρίτος μπάτσος έχωσε το χέρι του μέσα στην τσάντα, για να το βγάλει δύο δευτερόλεπτα αργότερα, σαν την τυχερή δαγκάνα που έπιασε με την πρώτη το λούτρινο αρκουδάκι. Το τρόπαιο ήταν μια ζελατίνα με τριάντα ευρώ χόρτο που είχε ο Νίκος για τις διακοπές του.   
“Holy shit man!” είπε ο Μαρκ.
“Sure didn’t show it to us” είπε φλεγματικά ο Gordon.
“Συλλαμβάνεστε” είπε ο μπάτσος.
Εκείνη τη στιγμή ένα φερμουάρ ακούστηκε να ξεκουμπώνει από τη διπλανή σκηνή και ξεπρόβαλε το κεφάλι εκείνης, και ακολούθως, αγκαλιάζοντάς την, ο χίπης, που μόλις είδε τους μπάτσους πετάχτηκε έξω γυμνός.
«Τι έγινε ρε μάγκες;» είπε στερεώνοντας στα γρήγορα ένα παρεό γύρω από τη μέση του (ο Νίκος όμως πρόλαβε να δει το ωραίο, μεγάλο πουλί του).
«Ήρθατε να πιάσετε τον Εσκόμπαρ;» (ο τονισμός δικός του)
«Σας παρακαλώ κύριε, μην επεμβαίνετε» είπε ένας μπάτσος.
«Χούντα έχουμε;» πήρε φόρα ο χίπης. «Αφήστε τα παιδιά!»
«Σας παρακαλώ πολύ κύριε, κοιτάτε τη δουλειά σας!» είπε ο άλλος μπάτσος κραδαίνοντας το σακουλάκι με τους τρεις παπάδες.
«Γιατί θα μας…πυροβολήσεις;» είπε ο χίπης αναπτύσσοντας μία αντιπαθητική γκριμάτσα και κάνοντας μια αργή θεατρική μίμηση ότι τινάζει τα μυαλά του στον αέρα με ένα πυροβολισμό στον κρόταφο.
«Και θα εξοστρακιστεί και η σφαίρα;» συνέχισε, κάνοντας μία σπειροειδή κίνηση με το «περίστροφο».
Εκείνη, η υπέροχη αυτή γυναίκα, τον κοιτούσε με έκπληξη και θαυμασμό. Οι ξένοι δεν καταλάβαιναν τι συνέβαινε. Ο Νίκος, και κάποιοι άλλοι γείτονες που στο μεταξύ είχαν ξεμυτίσει από τις σκηνές τους, ντρέπονταν. Και ο μπάτσος, που ξαφνικά έγινε λίγο πιο συμπαθητικός στα μάτια όλων, αγνοώντας τον χίπη είπε στο Νίκο και τους άλλους: «Ελάτε μαζί μας κύριε. And you sirs, also, come”.
Βρέθηκαν λοιπόν στριμωγμένοι στο πίσω κάθισμα ενός μπατσικού, οι τρεις τους, να μοιράζονται δύο ζευγάρια χειροπέδες. Το πλοίο για Νάξο, όπου και το αρμόδιο Πρωτοδικείο, δεν έφευγε παρά σε εφτάμιση ώρες, τουτέστιν στις 3.30 το μεσημέρι. Τους πήγαν και τους έβαλαν να περιμένουν μέσα σε ένα αλουμινένιο φυλάκιο του λιμενικού καταμεσής του τσιμεντένιου λιμανιού, μεγέθους ευρύχωρης σκοπιάς ή μικρού κοντέινερ. Κατά τις 12 το μεσημέρι οι μπάτσοι τους λυπήθηκαν (ή φοβήθηκαν για κάποιο θάνατο) και τους μετέφεραν με το τζιπ κάτω από ένα υπόστεγο, όπου ήταν ανεπαίσθητα καλύτερα. Τους έδωσαν χυμό Λακωνία -μα που βρέθηκε στην Ανάφη, σκέφτηκε θλιμμένα ο Νίκος- και κρουασάν Champelon.

Κράτηση
Ο Νίκος εξήγησε στους άλλους πως θα τα πάρει όλα πάνω του και πως αυτοί δεν έχουν κανένα λόγο να ανησυχούν. Τραύλιζε. Ο Gordon και ο Μαρκ το είχαν πάρει ήρεμα και προσπαθούσαν να τον καθησυχάσουν, του ανέφεραν όμως ευγενικά ότι βεβαίως και θα το πάρει πάνω του μιας και εκείνοι ούτε χόρτο είχαν, ούτε για χόρτο ξέρανε. Ούτε και έβγαλε ποτέ να τους κεράσει κάνα τσιγάρο, έβαλε για δεύτερη φορά το λογάκι του ο Gordon. Ακολούθησε σιωπή, και μετά από λίγο οι δύο ξένοι γλίστρησαν σε έναν ελαφρύ ύπνο.
Και τότε ο Νίκος έκλαψε.
Έκλαψε με αναφιλητά καθώς σκεφτόταν την κατάστασή του˙ μόνιμα μόνος και πάντα πληγωμένος από το ένα ή το άλλο˙ βαριόταν τη δουλειά του˙ τόσα χρήματα πεταμένα σε αποτυχημένες εμφυτεύσεις με υποτίθεται εγγυημένο αποτέλεσμα και η καράφλα απτόητη να κερδίζει έδαφος˙ το κρανίο του μονίμως κόκκινο και ερεθισμένο˙ άλλο ένα καλοκαίρι διακοπές μόνος του˙ και σύλληψη για 4 γραμμάρια χασίς, στα σαράντα του. Άκου σαράντα!
Το κλάμα σύριζε στα ρουθούνια του, η γλώσσα του πλατάγιζε. Κοφτά, ακανόνιστα σφυρίγματα ακροαστικών εναλλάσσονταν με έναν φλεγματώδη ρόγχο, τα μάγουλα καίανε και το πρόσωπο είχε συσπαστεί σε βαθμό μη αναγνωρισιμότητας. Μία στριγκλιά ξέφυγε σαν να δραπέτευσε μέσα από στενή χαραμάδα η πεπιεσμένη αγωνία της ψυχής του. Ο θλιβερός της ήχος της ήταν τόσο διαπεραστικός...και ξύπνησε αμέσως τους συγκρατούμενούς του.                
 Ο Μαρκ του χάιδεψε τα μαλλιά με το ελεύθερο χέρι του. O Gordon του σκούπισε τα δάκρυα και του έφραξε τρυφερά τα χείλη με το δάχτυλο: “Shhhhh…”
“It’s alright man” είπε ο Μαρκ.
“Not a worry in the world, mate” συμπλήρωσε στοργικά ο Gordon.
«Πάρτε νερό, μαζευτείτε, φεύγουμε» είπε απότομα ένας μπάτσος που εμφανίστηκε ξαφνικά στο παράθυρο. «Βάλτε καπέλο κύριε» είπε προτείνοντας ένα τζόκεϋ στο Νίκο. «Φορέστε το αμέσως παρακαλώ. Το κεφάλι σας είναι χάλια».
Μαρμαρωμένος από το ψυχικό άλγος, ο Νίκος κοιτούσε στο τίποτα και τίποτα δεν καταλάβαινε. Έτσι που στον Gordon φάνηκε αστεία και θλιβερή η προσπάθεια του Μαρκ που πήρε το καπέλο από το χέρι του μπάτσου και επιχείρησε να το στερεώσει πάνω από την ανέκφραστη φάτσα του Νίκου - μα το καπέλο δεν έμπαινε, ήταν πολύ μικρό. ‘Έτσι ο Μαρκ απλά το εναπόθεσε στην καράφλα. Με την πρώτη κίνηση του τζιπ, που ξεκίνησε για να πάρει θέση στην ουρά της επιβίβασης, το καπέλο έπεσε.
Ο Νίκος ούτε που το κατάλαβε. Το θολωμένο βλέμμα του προσκολλήθηκε στο καράβι που έδενε. Μόλις ο καταπέλτης έπεσε, το τσούρμο των νεοαφιχθέντων τουριστών ξεχύθηκε αλέγρο στην προβλήτα, ελισσόμενο ανάμεσα σε παραφορτωμένα οχήματα, φορτικούς ξενοδόχους και έναν λιμενικό με σφυρίχτρα. Οι διακοπές τους μόλις άρχιζαν!  Μες τη συγκεχυμένη εικόνα του κινούμενου πλήθους, το αποβλακωμένο βλέμμα του άξαφνα εστίασε σε ένα οικείο πρόσωπο. Ολοζώντανη μες στο πλήθος ήταν η χαμένη, σαν όνειρο θερινής νυκτός, αγάπη του από την Σκανδιναβία, που τα βλέμματά τους μόλις χτες είχαν ανταλλάξει τόσες υποσχέσεις!
Εξακολουθούσε να είναι μόνη, εξακολουθούσε να είναι πανέμορφη˙ και, ιδέα του ή όχι, τα μελαγχολικά της μάτια έμοιαζαν κάτι να αναζητούν˙ κάτι για το οποίο έφτασαν μέχρι την Ανάφη. Κι αυτός τώρα σιδηροδέσμιος μέσα σε ένα περιπολικό καθοδόν για το Πρωτοδικείο της Νάξου. Ανεξάντλητα τα αποθέματα σκληρότητας αυτού του μοχθηρού θεού, σκέφτηκε. Μα αν χάσω και αυτή την ευκαιρία, από εδώ και μπρος θα είναι μόνο κατηφόρα.
Μόλις λοιπόν εκείνη πλησίασε προς το τζιπ, αποφάσισε να παίξει το τελευταίο, το μοναδικό του χαρτί. Με όση δύναμη είχε μέσα στα πλεμόνια του, φώναξε: “Hello! Hello! Here! Excuse me! Here! Here!”  και άρχισε να χοροπηδά πάνω-κάτω στο κάθισμά του, χτυπώντας κεφάλι του στην οροφή ισάριθμες φορές.
Μα οι κραυγές δεν έφεραν αποτέλεσμα. Εκείνη δεν τον άκουσε μήτε τον είδε, και χάθηκε πίσω από ένα πολυμελές γκρουπ - οικογένεια ή παρέα, δύσκολο να πεις με σιγουριά. Αντιθέτως, ο Μαρκ πετάχτηκε έντρομος από τον ύπνο του και ο Gordon κόντεψε να πάθει συγκοπή. Οι μπάτσοι αιφνιδιάστηκαν, ο συνοδηγός ενστικτωδώς γύρισε και του έριξε ένα άτσαλο ανάποδο χαστούκι που τον πέτυχε στα χείλια και τα δόντια, ματώνοντας τον. Μάτωσε και το χέρι του μπάτσου, ο οποίος εξαγριώθηκε και τεντώθηκε για ένα πιο δυνατό μπουκέτο. Ευτυχώς επενέβη ο ψυχραιμότερος μπάτσος-οδηγός, και το πράγμα έληξε εκεί. Άγνωστο από πού, ο Gordon έβγαλε ένα διακριτικά αρωματισμένο μεταξωτό μαντήλι και σκούπισε το αίμα από το στόμα του Νίκου.
«Ένας πραγματικός τζέντλεμαν» σκέφτηκε συγκινημένος ο Νίκος και γύρισε μπας και προλάβει να τη δει από το πίσω τζάμι˙ μα εκείνη είχε πια χαθεί, μαζί με την όποια ελπίδα για κάποια ανατροπή σε αυτό το φριχτό δράμα που ήταν η ζωή του.    
Αν θα μπορούσε κανείς να δει κάτι καλό μέσα σε όλα αυτά, ήταν ότι το μπατσικό στάθμευσε στο πρώτο γκαράζ, δίπλα ακριβώς στην πόρτα εισόδου των επιβατών. «Γλιτώσαμε την αμπάρη, κάτι είναι και αυτό» μονολόγησε στον αέρα ο Νίκος. Οι μπάτσοι τους έβγαλαν από το περιπολικό και τους περίφεραν μέσα από το πλήθος των τουριστών, δεμένους με τις κοινές τους χειροπέδες, μέσα από σαλόνια και κυλιόμενες σκάλες, μέσα από κι άλλες ωραίες κοπέλες, για να καταλήξουν τελικά στο κλειστό εστιατόριο self service, όπου και τους κάθισαν σε ένα τραπεζάκι σε μία σκοτεινή γωνία στο βάθος.

Πάλι στο πλοίο

Στη γωνία αυτή, προορισμένη φαίνεται για υπηρεσιακή χρήση, ήρθε μετά από δύο λεπτά και έκατσε με πολύ σαματά μία ομάδα έξι ορεσίβιων φαντάρων με φύλλο πορείας για Νάξο. 18χρονοι, οι περισσότεροι παχουλοί, ροδομάγουλοι και με μουστάκι, κουβαλώντας τεράστιους σάκους-«λουκάνικα», απλώθηκαν στο απέναντι τραπέζι, και κάρφωσαν το βλέμμα τους στο προσθετικό πόδι του Μαρκ και την ομολογουμένως αξιοπρόσεκτη φιγούρα του Gordon.
So, you guys are going to war or something?” είπε ο ευπροσήγορος Αμερικανός για να σπάσει τον πάγο.
«Ίντα λέει;» είπε ένας φαντάρος.
«Όχι πάλι Κρητικοί» σκέφτηκε ο Νίκος.
«Είναι Αμερικανός το κοπέλι» είπε ένας άλλος φαντάρος, «τσε ρωτεί αν πάμε για πολεμάκι».
«Πολεμάκι με τη μάνα του» πετάχτηκε ένας κοντός σπίνος με πεταχτή καρύδα που ξεχώριζε από την υπόλοιπη παρέα, και σκάσανε όλοι στα γέλια, και ο πιο ροδομάγουλος, γελώντας, του γύρισε μια δυνατή φιλική φάπα.
“What did he just say? Why are they all laughing?” ρώτησε ο Gordon.
“Oh, nothing, they’re just joking around” είπε ο Νίκος.
“No, really, what did he say?” επέμεινε ο Μαρκ.
Ο Νίκος του εξήγησε το αστείο.
Ο Μαρκ τον άκουσε ανέκφραστος. Ο Gordon έπνιξε ένα χαχανητό.
Ο Μαρκ γύρισε προς του Κρητικούς, τους κοίταξε καλά-καλά έναν-έναν και αφήνοντας ένα βασανιστικό λεπτό σιωπής να περάσει, άρχισε δείχνοντας το ρομποτικό του πόδι:
“See this? This is war. This is the price of freedom. Global freedom. I’ve seen so many good men, the best among us, losing their lives in the line of duty, so that you can all joke around here, care-free. But I am not judging you. No. That’s the Lord’s business. You didn’t know better. It’s the society… the media…the values we stand for…”
Όσο συνέχιζε το λογύδριό του, οι Κρητικοί τον κοιτούσαν απορημένοι, μιας και δεν γνώριζαν αγγλικά.
Δέκα λεπτά αργότερα, ο συναισθηματικά φορτισμένος λόγος του Μαρκ έκλεισε με τα παρακάτω λόγια:
“…so that freedom is never given, and that we should always fight for it, regardless of the cost.”
Ακολούθησαν μερικά δευτερόλεπτα σιωπής και παγωμάρας, την οποία διεμβόλισε στιγμιαία ένας πνιχτός ρόγχος γέλιου, σα φύσημα βουλωμένης μύτης, που ξέφυγε από τον κοντοπίθαρο σπίνο κερδίζοντάς του άλλη μία φάπα από τον παιδοβούβαλο αρχηγό της παρέας. Ανεπηρέαστος, και φανερά συγκινημένος, ο Μαρκ γύρισε προς τους συγκρατούμενούς του. Ο Gordon του πρόσφερε το μαντήλι του παρά τη φόρτιση της στιγμής, ο Μαρκ θυμήθηκε ότι με αυτό είχε σκουπίσει νωρίτερα τον Νίκο, και με ένα νεύμα αρνήθηκε ευγενικά.  

Νάξος

Το ταξίδι κύλησε δίχως άλλα παρατράγουδα και το καράβι μπήκε στο λιμάνι της Νάξου καθώς σουρούπωνε. Ο ναός του Απόλλωνα, στη θέση του. Τα φώτα της Χώρας και των αυτοκινήτων που πηγαινοέρχονταν στο λιμάνι και τους γύρω λόφους φαίνονταν όμορφα με φόντο το βαθυκόκκινο του ουρανού, που σε άλλα σημεία ήταν ήδη σκούρο μωβ και μαύρο. Τα μαγαζιά γεμάτα, κίνηση στους δρόμους, φρεσκομπανιαρισμένοι τουρίστες με λευκές ζακέτες στους ώμους άρχιζαν τη βραδινή τους βόλτα, ντόπιοι με παπιά, κρέπες, τα πρώτα αστέρια εμφανίζονταν στον ουρανό.
Τίποτα από όλα αυτά δεν μπορούσαν να δουν οι τρεις κρατούμενοι, μέχρι που το τζιπ βγήκε από τον καταπέλτη του πλοίου, και κόλλησε στην κίνηση του λιμανιού. Ο Gordon κοιτούσε μελαγχολικά έξω από το παράθυρο. Οι χειροπέδες, η υπηρεσιακή ατμόσφαιρα και η προοπτική μίας βραδιάς στο τμήμα μέχρι το πρωινό δικαστήριο έρχονταν σε χτυπητή και θλιβερή αντίθεση με την εύθυμη, ζωντανή καλοκαιρινή ατμόσφαιρα της βραδιάς που μόλις ξεκινούσε. Κι έτσι όπως το βλέμμα του γλάρωνε σε μία όμορφη τουρίστρια με λευκό φόρεμα που έκανε ποδήλατο, το μυαλό του Gordon ταξίδεψε σε ένα μικρό τούβλινο σπίτι στις εργατικές κατοικίες του Dalston το 1988.
Το τραγούδι που ακούγεται είναι το “Riding for a fall” από τον Horace Andy. Το σαλόνι με τις ξεφτισμένες ταπετσαρίες είναι ποτισμένο από τη μυρωδιά φτηνού χόρτου με σπόρια. Βυθισμένος στην πολυθρόνα ο πατέρας του, ο Earl, πίνει ένα ακόμα τσιγάρο. Μέσα στην κουζίνα, η μητέρα του τηγανίζει μπακαλιάρο. Τα δίδυμα μωρά αδερφάκια του κλαίνε στο πάτωμα. Η δεκαεξάχρονη αδερφή του, η Millie, κατεβαίνει τις σκάλες. Τα κοτσιδάκια της είναι πιασμένα κοτσίδα, φοράει ένα κολλητό λευκό φόρεμα κάτω από το οποίο εξεγείρεται το σφρίγος των δεκαέξι χρόνων της και στα χείλη της έχει βάλει λίγο κόκκινο κραγιόν, που φαίνεται παράταιρο στο παιδικό της πρόσωπο.
Where da fuck you tink youre goinlike dat?” φωνάζει ο πατέρας μόλις την αντικρύζει.
Out” απαντά η Millie.
You goin΄ nowhere like dat” της αντιγυρίζει, και εκείνη επιταχύνει προς την πόρτα. Παρά τη μαστούρα του, ο μπαμπά-Earl πετάγεται από τη θέση του και την προλαβαίνει. Την πιάνει από την κοτσίδα και τη σέρνει μέσα από το σαλόνι, πίσω στις σκάλες. Αυτή στριγγλίζει και η μητέρα του, η κυρία Cleopatra, παρατάει τον μπακαλιάρο και έρχεται τρέχοντας να την ελευθερώσει από τα χέρια του. Αυτό της εξασφαλίζει μία σφαλιάρα, και τα δίδυμα αρχίζουν να κλαίνε και να φωνάζουν. Στη γωνία του, ο 8χρονος Gordon με τα χοντρά γυαλιά του κολλημένα με μονωτική ταινία, αφήνει τους μαρκαδόρους και τον λιονταρίνο που μπογιάτιζε στο βιβλίο του και σηκώνεται και φωνάζει, ψευδίζοντας από την ταραχή του:
“Stop this daddy, oh please stop daddy!”
Ο πατέρας του αφήνει την Millie, σπρώχνει στην άκρη τη μάνα του που προσπαθεί πάλι να τον σταματήσει, και δίνει μία μπουνιά στο μουτράκι του Gordon. Τα χοντρά γυαλιά του φεύγουν από το πρόσωπό του, η μύτη του ανοίγει, και όπως παραπατά, πατάει πάνω τους και τα σπάει σε ένα καινούριο σημείο.
You need to teach your midget son some bloody manners” ακούγεται η φωνή του πατέρα η οποία όμως, καθώς συνεχίζει να βρίζει, γίνεται όλο και πιο ακατάληπτη, πλέον μιλά σε μια ξένη γλώσσα καθώς τον τραβολογά από το μανίκι, ώσπου ο Gordon καταλαβαίνει ότι κοιτάζει έναν Έλληνα μπάτσο, μια πραγματικά γελοία φάτσα, που προσπαθεί να τον βγάλει από το τζιπ. Έχουν φτάσει στο αστυνομικό τμήμα της Νάξου.
Τους έβαλαν στο κρατητήριο του τμήματος, ένα θλιβερό κελί δύο επί δύο. Ο αξιωματικός υπηρεσίας τους πέρασε μέσα από τα κάγκελα μία σακούλα με κρουασάν Champelon και χυμούς Λακωνία. Μετά από κακό καθιστό ψευτο-ύπνο λίγων ωρών ακολούθησε μεταγωγή στο δικαστικό μέγαρο Νάξου, διορισμός συνηγόρου από το δικαστήριο, ένας γλοιώδης Αγγλο-Αξιώτης σε ρόλο διερμηνέα, και η ετυμηγορία είναι: Gordon και Μαρκ αθώοι, Νίκος δύο μήνες με αναστολή.
Γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι αφέθηκαν ελεύθεροι στη χώρα της Νάξου. Ταλαιπωρημένοι σωματικά και ψυχικά, με τον ήλιο να καίει πάνω στα κεφάλια τους και τη διάθεση διακοπών μακρινό κακό ανέκδοτο, οι τρεις φίλοι – γιατί πλέον λογαριάζονταν για φίλοι- ένοιωθαν ωστόσο ένα ξαλάφρωμα, κυρίως όμως πείναγαν. Τί καλύτερο λοιπόν, που πήγανε για σουβλάκια.
Όσο όμορφα και αν είναι τα κυκλαδονήσια,  η βόλτα στη χώρα τους ντάλα μεσημέρι, άυπνος και απότομα βαρυστομαχιασμένος, είναι μία δυσάρεστη εμπειρία. Το λιοπύρι και οι 38 βαθμοί Κελσίου δεν τους σταμάτησαν ωστόσο από το να επισκεφτούν -όπως επίμονα αιτούταν ο Μαρκ – τον πλήρως ασκίαστο ναό του Απόλλωνα αμέσως μετά το σουβλατζίδικο.
Να σημειώσουμε ότι η καράφλα του Νίκου ήταν πάλι εκτεθειμένη τον ήλιο, αφού κάπου μέσα στη νύχτα στο κρατητήριο είχε χάσει το μικροσκοπικό του καπέλο. Μετά τη βόλτα, πήγανε σε ένα μαγαζί με τουριστικά για να αγοράσει ένα καινούριο, το οποίο λόγω κακής κρίσης ήταν και πάλι μικρό. Κάπως μεγαλύτερο από το προηγούμενο, αλλά και πάλι μικρό. Με τη βοήθεια του Μαρκ και του Gordon (που τον κράταγε), κατάφερε να το φορέσει.
Έπειτα, ημιλιπόθυμοι, φυγαδεύτηκαν στη σκιά μίας καφετέριας. Καθώς χύνονταν στις καρέκλες, η γάμπα του Νίκου ακούμπησε το ρομποτικό πόδι του Μαρκ, τα μέρη τιτανίου του οποίου είχαν πυρακτωθεί από τον ήλιο, προκαλώντας του αυτοστιγμεί ένα τσουχτερό έγκαυμα.
Το καυτό μέταλλο σύρισε πάνω στην ιδρωμένη σάρκα του Νίκου, εγγράφοντας ένα ανάγλυφο πυρογράφημα με τα γράμματα “lit” από το λογότυπο “Armalite” της εταιρίας.  
«Ας είναι και αυτό» ξεφύσησε ο Νίκος, που η ψυχή του είχε μάθει πια να υπομένει τα πάντα. «Να δεις ο άλλος πως έφυγε» φαντασιώθηκε να λέει σε μία υποθετική κοπέλα, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να κρατήσει ίσιο το στόμα του από τους μορφασμούς του πόνου, και παρά το διαπεραστικό τσούξιμο επιχείρησε τραυλίζοντας να καθησυχάσει τον Μαρκ, που πολύ είχε στενοχωρηθεί για τον τραυματισμό που άθελα του προκάλεσε στον φίλο του. 
Εκείνη τη στιγμή κατέφτασε η σερβιτόρα. Πρέπει να ήταν δεκαεφτά χρονών. Οι δύο σχισμές που ήταν τα μάτια του Νίκου καρφώθηκαν πάνω της. Περιττεύει να την περιγράψουμε, ήταν όπως την φαντάζεστε, στην πιο καλή εκδοχή. Πήρε γρήγορα και αδιάφορα (δηλαδή κανονικά) την παραγγελία και χάθηκε, σαν το απαγορευμένο, φευγαλέο όνειρο ενός τρελού. Και όντως σαν τρελοί φαίνονταν και οι τρεις, άυπνοι και στα πρόθυρα ηλίασης.
Και τότε κάτι γύρισε στο κεφάλι του Νίκου.

Νίκος

Πόσο πια να πολεμήσει ο άνθρωπος; Και πόσο πια να πει «έτυχε» ή «έφταιγα», μα «αύριο ίσως είναι καλύτερα»; Σίγουρα, η ζωή θέλει να ζήσει. Μα πόσες φορές να βαρέσει στον ίδιο τοίχο; Αυτό το πανηγύρι γίνεται πιο κουραστικό στην κάθε στροφή του. Και πάντα οι άλλοι χορεύουν.
Έπειτα είναι και το πέρασμα του χρόνου, που κάνει κάθε καινούρια απόπειρα όλο και πιο δύσκολη, κάθε νέα αποτυχία όλο και πιο αξιοθρήνητη. Άραγε οι άλλοι το προσέχουν; Βλέπουν την αγωνία μου; Ποιον κοροϊδεύω…είναι ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μου. Εδώ και πόσο καιρό άραγε όταν μπαίνω σε ένα μπαρ οι παρατηρητικοί κάνουν «ωχ»; Από πότε καταλαμβάνω αρνητικό χώρο; Όσοι κόβει το μάτι τους σίγουρα με παίρνουν χαμπάρι κατευθείαν και με σχολιάζουν. Ή μπορεί και να μην δίνει κανείς δεκάρα, να είμαι απλά αόρατος. Δεν ξέρω. Αφήστε με.
Εγώ εδώ κατεβαίνω. Σταματάω την προσπάθεια. Κουράστηκα και δίχως αποτέλεσμα. Είναι πια γελοίο, έφτασα να το καταλαβαίνω και εγώ ο ίδιος. Ήρθε το τέλος.
Δε μιλώ φυσικά για αυτοκτονία. Αφενός φοβάμαι το θάνατο σα το διάολο, αφετέρου δε θέλω ούτε να φανταστώ τη μάνα μου – τη μανούλα μου – όταν το μάθει. Είπαμε…
Τέλος η αναζήτηση της ευτυχίας, αυτό το τέλος εννοώ. Οριστική ρήξη με εκείνη την εντύπωση που είχα κάποτε για τη ζωή μου, μια αδιάβατη τάφρος με χωρίζει από όσα ήλπιζα ότι θα γινόμουν, από αυτή τη χίμαιρα που μέχρι σήμερα κυνηγούσα…
Ας διαβάζω ειδήσεις και ασημαντότητες στο facebook, ας δω Netflix, ας παχύνω, ας γίνει ό,τι γίνεται πιο εύκολα και από μόνο του. Εγκατάλειψη θέσης, άτακτη οπισθοχώρηση.  Διάσωση τελευταίων υπολειμμάτων του εαυτού ενός εαυτού που κάποτε υπήρξε λίγο καλύτερος, που κάποτε ίσως δικαίως ήλπιζε. Κι αν αύριο, τρελαμένος από κάποιες γάμπες, ξαναβγώ στο μάταιο κυνήγι; Ε ας είναι, τώρα όμως απόκαμα. 
Ωραία και όμορφα ας γυρίσω στην Αθήνα μου. Μαρκ, Gordon, σας ευχαριστώ για όλα. Εσείς γυρίστε στην Ανάφη, το δικό μου όμως εισιτήριο γράφει Πειραιάς. Ορίστε και τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου. Βρείτε ένα τρόπο να το οδηγείτε, περάστε καλά και μετά φέρτε το πίσω. Ήδη νοιώθω καλύτερα. Πώς το λέει εκείνο το t-shirt με τα λόγια του Καζαντζάκη; Αυτό. Ή όπως το λέει ο Λειβαδίτης: ίσως τα δέντρα να στάθηκαν μαντεύοντας το μάταιο του δρόμου. Αυτά είναι εμένα τα ποιήματά μου, και όχι η Ιθάκη. Όχι μόνο γιατί δεν υπάρχει Ιθάκη για μένα, μα κυρίως επειδή το ταξίδι κατάντησε πια ανυπόφορο. Ορίστε κάποια χρήματα για τα έξοδα του αυτοκινήτου. Και πάλι σας ευχαριστώ. Αντίο.
Και με αυτά τα λόγια ο Νίκος σηκώθηκε από το τραπέζι, τη στιγμή ακριβώς που στο δίπλα τραπέζι ήρθε και κάθισε μια παρέα όμορφων, εύθυμων και πρόθυμων τουριστριών τη στιγμή ακριβώς που ερχόταν στο τραπέζι τους η σερβιτόρα με μια κανάτα δροσερό νερό. Ο Νίκος χαμογέλασε σφιγμένα κοιτώντας το πάτωμα, την προσπέρασε και έφυγε, ξεκινώντας τον μοναχικό του δρόμο για την Αθήνα. Στην τηλεόραση της καφετέριας ένας μετεωρολόγος με μπούκλες προειδοποιούσε για το επερχόμενο κύμα καύσωνα.